<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280</id><updated>2012-02-03T14:30:21.863+02:00</updated><category term='Confessions'/><category term='Στοχεύοντας Τα Αστέρια'/><category term='Κυκλάμινα Στο Χιόνι'/><category term='Sound of the Waves'/><category term='Christmas Gold Dust'/><category term='Palazzo Dei Priori'/><category term='Η Βενετία στο σεληνόφως'/><title type='text'>Twilight Forever Fanfic</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>33</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-2143373955462452546</id><published>2012-01-20T22:34:00.000+02:00</published><updated>2012-01-20T22:34:19.284+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Confessions'/><title type='text'>Ανασκόπηση 2011 &amp; Σκέψεις για το Νέο Έτος</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-CrW0OdXfnr8/TxnPiNEUXXI/AAAAAAAAAYc/La204psMefA/s1600/Books_Books_Books_by_LuthienAngel.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="240" nfa="true" src="http://4.bp.blogspot.com/-CrW0OdXfnr8/TxnPiNEUXXI/AAAAAAAAAYc/La204psMefA/s320/Books_Books_Books_by_LuthienAngel.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το 2011 ήταν σίγουρα μια πολλή δύσκολη χρονιά για όλους μας. Παραμέλησα αρκετά, λόγω κάποιων προσωπικών προβλημάτων, το blog μου χωρίς να σημαίνει αυτό το ότι το ξέχασα. Λατρεύω να γράφω αλλιώς δεν θα το έκανα κιόλας. Χρειαζόμουν όμως μάλλον ένα διάλλειμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από όταν μπήκε το ’12 σκεφτόμουν αρκετά το μέλλον του blog μου. Έχω υποσχεθεί πολλές φορές και το υπόσχομαι ακόμα, πως θα ολοκληρώσω όλες τις ιστορίες μου. Καταρχάς γιατί γράφω για μένα και θέλω να δω που θα καταλήξουν οι ήρωες μου. Κατά δεύτερον γιατί απλά λατρεύω να γράφω. Και τα fanfic προς το παρόν μου προσφέρουν ακριβώς ό,τι θέλω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αλλά κυριότερα γιατί υπάρχουν πολλοί που διάβασαν έστω και μια γραμμή από τις ιστορίες μου και έκαναν τον κόπο να αφήσουν ένα σχόλιο. Αυτό σημαίνει πάρα πολλά για μένα. Όταν ξεκίνησα το blog δεν περίμενα ότι θα υπήρχαν τόσοι πολλοί, που θα διάβαζαν τις ιστορίες μου. Σκεφτόμουν ότι ακόμη και αν είμαι ο μοναδικός που θα τις διάβαζε θα μου αρκούσε γιατί η γραφή μού χαρίζει τόσα πολλά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όλα αυτά τα σχόλια για το Palazzo σήμαιναν και σημαίνουν πολλά για μένα. Για αυτό θέλω να ευχαριστήσω από την καρδιά μου όλους εσάς στο Bella &amp;amp; Edward forum, αλλά και όλους τους φίλους που έκανα στην πορεία. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι μπορούσες να κάνεις τόσους φίλους μέσω του διαδικτύου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι δειλά δειλά ξεκίνησα να γράφω μετά την ολοκλήρωση του Palazzo dei Priori την δεύτερη ιστορία μου. Το Στοχεύοντας τα Αστέρια συγκέντρωσε ακόμη περισσότερα σχόλια και έκανα φίλους για τους οποίους θα είμαι πάντα ευγνώμων. Αργότερα έγραψα και κάποιες αυτοτελείς ιστορίες όπως το κυκλάμινα στο χιόνι, το Βενετία στο σεληνόφως, το Christmas Gold Dust και τότε είναι που ξεκίνησα να γράφω και το Sapphire Moon.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το 2011 απομακρύνθηκα από το blog. Ανέβασα μόνο κάποια κεφάλαια από το στοχεύοντας τα αστέρια και άφησα παραμελημένο το Sapphire Moon. Δεν σταμάτησα να αγαπώ αυτό που έκανα. Απλά συνέβησαν τόσα πολλά και πλέον δεν έγραφα όπως θα ήθελα. Δεν ήταν πια κάτι που με ευχαριστούσε αλλά κάτι που έπρεπε να κάνω. Και δεν ήταν αυτό ό,τι ήθελα να πετύχω ξεκινώντας το πρώτο μου fanfic σχεδόν δύο χρόνια πριν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από τότε όμως, τους δύο τελευταίους μήνες κυρίως , άλλαξαν πολλά. Μου είχε λείψει πάρα πολύ το blog μου, και με το που μπήκε το 2012 έβαλα πάνω πάνω στην λίστα με τους στόχους της νέας χρονιάς να επιστρέψω. Πήρα πολλές αποφάσεις και κυρίως σκέφτηκα πάρα πολύ τι θα κάνω με τις ιστορίες μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα συνεχίσω σίγουρα με το στοχεύοντας τα αστέρια. Είναι μια ιστορία που ακόμη έχει πολύ δρόμο και μπορεί να έμεινε πίσω, αλλά την λατρεύω και ακόμη και αν δεν υπάρχει κανείς που να περίμενε τόσο καιρό και να σκοπεύει να διαβάσει την συνέχεια εγώ θα το παλέψω και θα την ολοκληρώσω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για το Sapphire Moon όμως δεν ήξερα τι να κάνω. Και πήρα κάποιες δύσκολες αποφάσεις. Όταν ξεκίνησα να γράφω την ιστορία όπως ξαναείπα πολλά ήταν διαφορετικά. Είχα κάποιους συγκεκριμένους στόχους, λάτρευα την ιδέα, είχα γράψει αρκετές σκηνές και ήξερα από την αρχή πώς θα καταλήξει η πλοκή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πλέον όμως δεν είμαι σίγουρος αν μπορώ να την συνεχίσω. Γράφω γιατί με διασκεδάζει και δεν θέλω να αναγκάσω τον εαυτό μου να συνεχίσω κάτι που πλέον δεν με διασκεδάζει. Και επειδή ακόμη αγαπώ το Sapphire Moon δεν θέλω να το γράψω βιαστικά, χωρίς όρεξη και να βγει κάτι που δεν θα είναι η ιστορία που φανταζόμουν αρχικά. Επομένως προς το παρόν τουλάχιστον θα αφήσω την ιστορία στην άκρη. Ζητώ συγνώμη και ελπίζω να καταλαβαίνετε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας όμως από τους κυριότερους λόγους που με οδήγησαν σε αυτή την απόφαση ήταν ότι μια νέα ιστορία μου έχει κλέψει εδώ και καιρό την καρδιά. Την πλάθω πολύ καιρό στο μυαλό μου και νομίζω πως ήρθε η ώρα να κάτσω να την γράψω. Για αυτό περισσότερα, θα πω σύντομα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ελπίζω το ’12 να είναι διαφορετικό από το ’11 κατά πολλές έννοιες. Θα επανέλθω δριμύτερος συνεχίζοντας το στοχεύοντας τα αστέρια, ολοκληρώνοντας (αυτόν τον μήνα) την αυτοτελή ιστορία Sound of the Waves και θα αρχίσω να ασχολούμαι και με την νέα ιστορία μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σημαίνουν πολλά για μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θέλω να ευχηθώ έστω και λίγο καθυστερημένα Καλή Χρονιά με υγεία και ευτυχία και το κυριότερο θέλω να ευχηθώ σε όλους να πετύχουν τους στόχους τους, είτε μικροί , είτε μεγάλοι δεν έχει σημασία. Και κλείνοντας θα ξαναπώ ένα τεράστιο ευχαριστώ σε όσους άφησαν και ένα μικρό σχόλιο, για τις ιστορίες μου, σε όλους όσους διάβασαν και μία λέξη από αυτές. Ευχαριστώ.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-2143373955462452546?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/2143373955462452546/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=2143373955462452546' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/2143373955462452546'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/2143373955462452546'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2012/01/2011.html' title='Ανασκόπηση 2011 &amp; Σκέψεις για το Νέο Έτος'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-CrW0OdXfnr8/TxnPiNEUXXI/AAAAAAAAAYc/La204psMefA/s72-c/Books_Books_Books_by_LuthienAngel.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-1912214688546708435</id><published>2011-10-18T23:33:00.000+03:00</published><updated>2011-10-18T23:33:20.258+03:00</updated><title type='text'>Sound of the Waves ~ Teaser</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-pEEV6XK4A1E/Tp3iHKKexAI/AAAAAAAAAWg/T32uar-E0xQ/s1600/iyiuyiy.bmp" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="136" oda="true" src="http://1.bp.blogspot.com/-pEEV6XK4A1E/Tp3iHKKexAI/AAAAAAAAAWg/T32uar-E0xQ/s320/iyiuyiy.bmp" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα» είπε και η φωνή του κόλλησε στα χείλη του. Νομίζω πως τον άκουσα να ξεροκαταπίνει αλλά το γεμάτο αυτοπεποίθηση βλέμμα του με έκανε να αμφιβάλλω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γύρισα προς την θέα πιστεύοντας πως θα είναι πιο εύκολο να του μιλήσω εάν δεν τον κοιτούσα. Έκανα λάθος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ξέρεις-» τα δάχτυλα του άγγιξαν το κολιέ που μου είχε χαρίσει. Η ζεστή σάρκα του έκανε αντίθεση με τα παγωμένα κοχύλια στον λαιμό μου. Έκανα να μιλήσω αλλά τα χείλη μου κολλούσαν τόσο που δεν μπορούσα να τα ανοίξω. Τον άφησα να συνεχίσει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-1912214688546708435?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/1912214688546708435/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=1912214688546708435' title='8 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/1912214688546708435'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/1912214688546708435'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2011/10/sound-of-waves-teaser.html' title='Sound of the Waves ~ Teaser'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-pEEV6XK4A1E/Tp3iHKKexAI/AAAAAAAAAWg/T32uar-E0xQ/s72-c/iyiuyiy.bmp' height='72' width='72'/><thr:total>8</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-6087635973141220515</id><published>2011-07-23T19:55:00.009+03:00</published><updated>2011-10-18T23:20:10.616+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Sound of the Waves'/><title type='text'>Sound of the Waves</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-2rNyd8nWrFQ/Tir8DLBSGyI/AAAAAAAAAWM/pFPRN8kDbGA/s1600/scenic_florida_beaches-267307-1248962629.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="220" src="http://2.bp.blogspot.com/-2rNyd8nWrFQ/Tir8DLBSGyI/AAAAAAAAAWM/pFPRN8kDbGA/s320/scenic_florida_beaches-267307-1248962629.jpg" t$="true" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;em&gt;Την Δευτέρα 25 Ιουλίου κλείνω δύο χρόνια στο forum Βella &amp;amp; Edward. Αυτή η ιστορία είναι για όλους τους φίλους που έκανα μέσω διαδικτύου τα τελευταία δύο χρόνια. Γιώτα, Αλεξία, Ερμιόνη, Έμιλυ, Γιώργο, Σάντρα, Maρίνα,Mπέλλα –και σίγουρα πολλοί ακόμη που ξεχνάω- αυτό είναι για σας. Δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα έκανα τόσους πολλούς φίλους μέσω ενός μέσου όπως το διαδίκτυο. &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Μέρος Πρώτο&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Ψάχνοντας Για Κοχύλια&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Β&lt;span style="font-family: Twilight;"&gt;ella&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: &amp;quot;Calibri&amp;quot;, &amp;quot;sans-serif&amp;quot;; mso-ascii-theme-font: minor-latin; mso-hansi-theme-font: minor-latin;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Twilight;"&gt;s POV&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γεύση αρμύρας πλημμύριζε ήδη το στόμα μου. Ο αέρας χτυπούσε με μανία τα μαλλιά στο πρόσωπο μου. Μύριζε καλοκαίρι. Κοίταξα την Άλις που καθόταν στην θέση του οδηγού δίπλα&amp;nbsp;μου&amp;nbsp;οδηγώντας το κόκκινο κάμπριο camaro της. Ήταν σαν να οδηγούσε αντίκα παρά αυτοκίνητο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καλοκαίρι για μένα σήμαινε τα ίδια πράγματα. Από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου περνούσα όλα τα καλοκαίρια μου με την οικογένεια μου στην μικρή επαρχιώτικη κωμόπολη της Φλόριντας στην οποία βρισκόταν το εξοχικό μας σπίτι. Καλοκαίρι για μένα ήταν τα νυχτερινά μπάνια στην θάλασσα, οι βόλτες στην παραλία το απόγευμα και οι μοναδικοί φίλοι που είχαμε σε αυτό το μικρό έρημο μέρος, οι Kάλεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φέτος όμως όλα είχαν αλλάξει. Έμενα σε όλη μου την ζωή με την οικογένεια μου στο μικρό διαμέρισμα μας στο Αρκάνσας. Τον τελευταίο όμως χρόνο έμενα μόνη –δηλαδή με την συγκάτοικο και καλύτερη μου φίλη Άλις- σε ένα διαμέρισμα στο Μπρούκλιν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεράστια αυτή αλλαγή έγινε όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο. Φέτος όμως μέχρι και το καλοκαίρι μου θα ήταν διαφορετικό. Και μάλιστα όχι απλώς διαφορετικό αλλά όπως λέει συνέχεια η Άλις από τα Χριστούγεννα που το σχεδιάζουμε σουπερδιαφορετικό. Φέτος τα Χριστούγεννα ο πατέρας μου έκανε δώρο στον αδερφό μου και στην μητέρα μου τρία εισιτήρια για μια κρουαζιέρα στην Μεσόγειο. Ταξίδι που πάντα ονειρευόντουσαν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτό σήμαινε ότι για πρώτη φόρα στα χρονικά θα συνέβαινε το κοσμοϊστορικό γεγονός να πάω μόνη μου διακοπές! Δηλαδή όχι μόνη μου αλλά με την Άλις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Στρίψε!» φώναξα και ένιωσα τα πλευρά μου να συνθλίβονται στην πόρτα του αυτοκινήτου καθώς η Άλις έστριψε απότομα κατευθυνόμενη προς την μικρή κωμόπολη που ήταν το εξοχικό μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το καλοκαίρι αυτό λοιπόν θα ήταν σουπερδιαφορετικό. Προσπάθησα να διακρίνω στο βάθος του δρόμου πίσω από τα μπιχλιμπίδια που είχε κρεμάσει η Άλις στον καθρέφτη τους ξερούς φοίνικες που πλαισίωναν την ακτή στην οποία βρισκόταν και το εξοχικό μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άρχισα να διακρίνω την λευκή μπογιά που στόλιζε την πρόσοψη του διώροφου σπιτιού που θα περνούσαμε το καλοκαίρι. Είχε ξεφλουδίσει σε πάρα πολλά σημεία από την αρμύρα και φαινόταν ξεκάθαρα το σκούρο χρώμα του ξύλου. Άκουσα τα φρένα να σκληρίζουν καθώς το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στο σπίτι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αλμυρό ωκεάνιο αεράκι που φυσούσε χτύπησε το πρόσωπο μου. Το σπίτι βρισκόταν λίγο πιο έξω από την πόλη –περίπου δέκα λεπτά με τον παλιό σκαραβαίο του πατέρα μου- ακριβώς δίπλα στην ακτή. Η ακτή αποτελούσε και το βασικότερο κομμάτι της πόλης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πόλη ουσιαστικά αποτελούταν από ένα δρόμο κατά μήκος της ακτής που πλαισιωνόταν με μια χούφτα σπίτια που μετά βίας κατοικούνταν. Ανάμεσα στους ελάχιστους μόνιμους κάτοικους άνηκαν και οι Κάλεν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ακτή από την άλλη ήταν μια τεράστια έκταση άμμου που διακοπτόταν από μερικούς βράχους, το σπιτάκι του ναυαγοσώστη, μερικούς ξερούς φοίνικες και μερικά μαγαζάκια που πουλούσαν σουβενίρ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Άλις πήδηξε από το αμάξι χωρίς να ανοίξει την πόρτα και με το που ακούμπησε τα πόδια της στην άσφαλτο άρχισε να παραπονιέται για το σορτσάκι της που καταστράφηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Την αγριοκοίταξα αλλά το βλέμμα της ήδη είχε χαθεί στα κύματα που χτυπούσαν την ακτή. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα από το αυτοκίνητο. Άνοιξα το πορτμπαγκάζ με δυσκολία εξαιτίας της σκουριάς και έβγαλα τα δύο σακβουαγιάζ που είχαμε φέρει μαζί μας. Το δικό μου έμοιαζε παράταιρο μπροστά στο ολοκαίνουργιο της Άλις. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπιασα την φθαρμένη λαβή παραπατώντας από το βάρος. Η Άλις άρπαξε το σακβουαγιάζ της και έτρεξε προς την είσοδο. Έβγαλε το ασημένιο παλιό κλειδί κάτω από το χαλάκι της πόρτας και το έβαλε στην κλειδαριά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πόρτα άνοιξε με ένα τρίξιμο. Την ακολούθησα μέσα στο σκονισμένο σκοτεινό χολ. Η μυρωδιά κλεισούρας πλημύριζε τα ρουθούνια μου. Άφησα κάτω το σακβουγίαζ βήχοντας από το σύννεφο σκόνης που σηκώθηκε στον αέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτρεξα προς ένα παράθυρο ανοίγοντας με δυσκολία τα κακό-βαμμένα παραθυρόφυλλα. Περισσότερη σκόνη πλημύρισε τον αέρα αυτή την φόρα όμως με μερικές αχτίδες φωτός. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα περάσουμε τέλεια!» τσίριξε η Άλις και άνοιξε και το άλλο παράθυρο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χαμογέλασα και κοίταξα τριγύρω το μικρό καθιστικό που ήταν ενιαίο με μια μικροσκοπική κουζίνα. Μια ξύλινη στενή σκάλα οδηγούσε στο πάνω πάτωμα που βρίσκονταν οι κρεβατοκάμαρες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάω στην πόλη να αγοράσω εμφιαλωμένο νερό και τίποτα φαγώσιμο θέλεις κάτι;» ρώτησα την Άλις που είχε αρπάξει μια σκούπα και είχε κρυφτεί πίσω από ένα σύννεφο σκόνης καθαρίζοντας το πάτωμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι.» απάντησε πετώντας μου τα κλειδιά. Το κόκκινο μπρελόκ τoυ αγαπημένου της συγκροτήματος στο όποιο ήταν κρεμασμένα μου τρυπούσε τα δάχτυλα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπήκα στο αυτοκίνητο της βάζοντας παράλληλα τα κλειδιά στην μίζα. Τι τα ήθελε τόσα μπιχλιμπίδια μουρμούρισα καθώς προσπαθούσα να ξεμπλέξω το χέρι μου από αυτά που κάλυπταν το χειρόφρενο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πάτησα το γκάζι και κατευθύνθηκα προς την πόλη. Όλα γύρω μου ήταν γνώριμα. Ο φούρνος των Σταρκγούεδερ, τα μαγαζιά με σουβενίρ, τα μικρά διώροφα σπίτια. Σταμάτησα έξω από το μπακάλικο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπήκα μέσα ακούγοντας το κουδουνάκι που ήταν κρεμασμένο στην πόρτα να ηχεί στα αυτιά μου. Ένας τουρίστας κρατώντας μια σανίδα του σερφινγκ με έσπρωξε για να μπει μέσα στο μαγαζί. Φορούσε ένα μαγιό με λουλούδια τύπου χαβανέζικο και ένα μπλε μπλουζάκι που ήταν μούσκεμα και αναδείκνυε τους κοιλιακούς του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο κύριος Μπένετ που είχε το μαγαζί μου έγνεψε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα, χαίρομαι που σε βλέπω. Ήρθες με την Ρενέ και τον Τσάρλι; Που είναι ο Σεθ;» ρώτησε σηκώνοντας τα παχιά λευκά του φρύδια και κοιτώντας ερευνητικά πίσω μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Και εγώ χαίρομαι κύριε Μπένετ.» του χαμογέλασα και έκανα στο πλάι για να δει ότι ο μικρός μου αδερφός δεν κρυβόταν πίσω μου. Σταμάτησε να προσπαθεί να τον εντοπίσει και με κοίταξε στα μάτια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φέτος ήρθα μόνη μου εδώ. Θυμάστε που σας έλεγα πέρσι, ότι θα μετακόμιζα στο Μπρούκλιν, να μείνω μόνη μου, τώρα που μπήκα στο πανεπιστήμιο;» είπα τόσο αργά λες και μιλούσα σε τετράχρονο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον είδα να μορφάζει προσπαθώντας να θυμηθεί. Συνέχισα σκεφτόμενη ότι δεν θα έβγαινε πουθενά αυτό και θα κατέληγα να του εξηγώ τι λέω με τις ώρες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η υπόλοιπη οικογένεια μου πήγαν κρουαζιέρα και εγώ ήρθα εδώ μόνη με μια φίλη μου.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χαμογέλασε χαρούμενος που μπορούσε ξανά να μπει στην συζήτηση. Το κουδουνάκι που ήταν κρεμασμένο πάνω από την παλιά φθαρμένη ξύλινη πόρτα χτύπησε δηλώνοντας πως κάποιος μπήκε. Πήγα προς το παλιό ψυγείο για τα αναψυκτικά στο βάθος του μαγαζιού χωρίς να δώσω σημασία σε όποιον μπήκε στο μαγαζί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πήρα ένα πακέτο με μπουκάλια τους ενός λίτρου εμφιαλωμένο νερό και προσπάθησα να το σηκώσω μέχρι το ταμείο. Ήταν υπερβολικά βαρύ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άσε με να σε βοηθήσω.» άκουσα μια γνώριμη φωνή να λέει. Δύο χέρια πέρασαν κάτω από τα μπράτσα μου και πήραν το πακέτο με τα νερά. Έσκυψα στα τέσσερα και πέρασα κάτω από τα δύο χέρια γιατί είχα παγιδευτεί όπως στεκόμουν ανάμεσα σε δύο στιβαρά μπράτσα και στο πακέτο με τα μπουκάλια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γύρισα να κοιτάξω αυτόν που με είχε απαλλάξει από όλο αυτό το βάρος καθώς ήμουν ακόμη σκυμμένη στο πάτωμα. Σηκώθηκα όρθια με ένα χαζό χαμόγελο στα χείλη μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καστανόχαλκα μακριά μαλλιά πιασμένα σε μια αλογοουρά. Ένα ζευγάρι καταπράσινα μάτια. Χλωμό δέρμα παρότι τον θυμάμαι πάντα με ένα μαγιό να λιάζεται στον ήλιο. Κόκκινα σαρκώδη χείλια. Ο Έντουαρντ Κάλεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι Κάλεν ήταν οι μόνοι φίλοι μας σε αυτό το μέρος. Και ανήκαν στους ελάχιστους μόνιμους κατοίκους. Ο Έντουαρντ ήταν ο μεγαλύτερος τους γιος. Ήταν ακριβώς στην ηλικία μου. Παρόλα αυτά ποτέ δεν έκανα ιδιαίτερη παρέα μαζί του. Προτιμούσα να κάνω παρέα με τον Μαξ τον μικρότερο στην οικογένεια που ήταν μόλις δεκαπέντε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καμιά φορά έκανα παρέα και με τον Έμετ ή τον Τζάσπερ και σπάνια με την Ρόζαλι. Η Ρόζαλι ήταν μόλις ένα χρόνο μικρότερη από τον Έντουαρντ. Τον τελευταίο χρόνο μετακόμισαν. Η Ρόζαλι νοίκιασε ένα διαμέρισμα στο Μανχάταν και ο Έντουαρντ ένα στο Μπρούκλιν δύο τετράγωνα μακριά από το σπίτι μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Ρόζαλι σπουδάζει κάτι που έχει να κάνει με την γραφιστική και ο Έντουαρντ σπουδάζει στο ίδιο πανεπιστήμιο με έμενα ψυχιατρική. Επειδή έχει αλλά μαθήματα τον βλέπω πολύ σπάνια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ίσως πάλι να έφταιγε και το γεγονός ότι μετακόμισαν πολύ κοντά μου τα μόνα αδέρφια από τους Κάλεν με τους οποίους δεν κάνω παρέα. Με εκνεύριζε ο σαρκαστικός τους τόνος και το γεγονός ότι είναι πάντα απομακρυσμένοι από τους υπόλοιπους λες και βρίσκονται στον δικό τους κόσμο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι υπόλοιποι Κάλεν από ότι ξέρω μένουν ακόμη στην παλιά μονοκατοικία τους εδώ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα ξανά τον Έντουαρντ. Χαμογελούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα τι κάνεις εδώ;» ρώτησε γελώντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε διακοπές;» τον ρώτησα με φυσική απορία χωρίς να καταλαβαίνω τι εννοεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ήρθες με την οικογένεια σου;» ρώτησε προσπαθώντας ανεπιτυχώς να κάνει το ύφος του λίγο πιο σοβαρό. Τι τον είχε πιάσει; Αφού δεν κάναμε ποτέ παρέα. Τόσο πολύ είχε χαρεί που με έβλεπε; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εξήγησα για πολλοστή φορά ότι ήρθα μόνη μου με την Άλις. Γιατί όλοι ήταν βέβαιοι ότι ήρθα με την οικογένεια μου αναρωτήθηκα εκνευρισμένη νιώθοντας προβλέψιμη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εγώ θα έπρεπε να σε ρωτήσω τι κάνεις εδώ. Νόμιζα πως μετακόμισες στο Μπρούκλιν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δε μπορώ να περάσω το καλοκαίρι με την οικογένεια μου δηλαδή;» Ακολούθησε ένα λεπτό αμήχανης σιωπής την οποία έσπασε ο Έντουαρντ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θέλετε να έρθετε απόψε για μπάνιο στην παραλία με την Άλις; Δηλαδή εάν δεν έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χαμογέλασα και έγνεψα καταφατικά. Ήθελα πολύ να δω τον Μαξ και τους Κάλεν. Μου είχαν λείψει. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ο Έντουαρντ φερόταν τόσο φιλικά. Τόσο πολύ άλλαξα; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατευθύνθηκα προς το ταμείο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπιασα ψηλά τα μαλλιά μου και χάζεψα για λίγο στον καθρέφτη το τιρκούαζ και φούξια μαγιό μου. Κατέβηκα την σκάλα προς το σαλόνι που με περίμενε η Άλις φορώντας το πιο μοδάτο μαγιό που είχα δει ποτέ. Γιατί εγώ να μην βρίσκω τόσο υπέροχα μαγιό; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε κάθε μου βήμα τα σκαλιά έτριζαν. Φορούσα ένα ζευγάρι μωβ σαγιονάρες. Όλα αυτά τα χρώματα δεν μου ταίριαζαν καθόλου. Ήταν υπερβολικά κοριτσίστικα. Αλλά τι περίμενα πηγαίνοντας για ψώνια με την Άλις;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έτοιμη;» με ρώτησε φορώντας ένα βραχιόλι φτιαγμένο από κατάλευκα βότσαλα στο χέρι της. Εάν μόδα ήταν να φοράς ένα υπερβολικά βαρύ βραχιόλι ακόμη και όταν πήγαινες στην θάλασσα θα έμενα σε όλη μου την ζωή ντεμοντέ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βγήκαμε από το σπίτι και αφήσα την Άλις να με προσπεράσει. Ο ήλιος έδυε και ο ουρανός είχε γεμίσει υπέροχα χρώματα. Κλείδωσα την πόρτα πετώντας το κλειδί κάτω από το χαλάκι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακολουθήσαμε την περίμετρο του σπιτιού και βγήκαμε στην πίσω αυλή. Έβλεπε κατευθείαν στην παραλία. Πάτησα τα πόδια μου στην παχιά άμμο. Οι σαγιονάρες μου βυθιστήκαν μέχρι την σόλα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τις έβγαλα και η Άλις ακολούθησε τις κινήσεις μου. Δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά μιας και με το ζόρι περπατούσε στην άσφαλτο με το περίεργο σχέδιο που είχαν, πόσο μάλλον στην άμμο. Αρχίσαμε να τρέχουμε στην καυτή άμμο. Ο Έντουαρντ θα μας συναντούσε με τον Μαξ και τον Τζάσπερ στο μοναδικό beach bar στην άλλη άκρη της ακτής. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα πόδια μου βυθίζονταν όλο και πιο πολύ&amp;nbsp;στην άμμο&amp;nbsp;καθώς τρέχαμε στην απέραντη παραλία. Στο δεξί μου χέρι ήταν η πόλη, μερικά λευκά σπίτι όλα μονοκατοικίες και διάσπαρτα μερικά μαγαζιά που πουλούσαν σουβενίρ, και στο αριστερό μου χέρι ήταν ο απέραντος ωκεανός. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα κύματα έσκαγαν στην ακτή. Η θάλασσα ήταν λεία. Δεν φυσούσε ούτε ένα μικρό αεράκι. Η επιφάνεια της είχε πάρει πορτοκαλί και μωβ χρώματα από το ηλιοβασίλεμα. Πήγα πιο κοντά στο νερό έτσι ώστε τα πόδια μου να βρέχονται από τα κύματα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθώς τα πόδια μου χτυπούσαν στα κύματα που έσκαγαν στην ακτή καθώς τρέχαμε νερά πετάγονταν δεξιά και αριστερά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εάν καταστραφεί το παρεό μου θα σε σκοτώσω.» φώναζε η Άλις γελώντας πιο πίσω. «Ξέρεις πόσο κοστίζει;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γύρισα καθώς ακόμη έτρεχα και την κοίταξα. Τα νερά πετάγονταν γύρω της καθώς τα πόδια της έτρεχαν πάνω στα κύματα. Από μακριά άρχισε να φαίνεται ο Μαξ με τον Έντουαρντ και τον Τζάσπερ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παραλία ήταν έρημη. Τίποτα δεν διέκοπτε την απέραντη αμμουδιά εκτός από μερικές πέτρες και ξύλα. Ούτε ομπρέλες ούτε άνθρωποι. Πότε δεν ερχόταν κανένας εδώ για διακοπές. Πήγαιναν όλοι στην τουριστική πλευρά της Φλόριντας με τα θέρετρα και τις απέραντες αμμουδιές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Μαξ είχε απλώσει κάτω μια πετσέτα και είχε ξαπλώσει κρατώντας ένα φθαρμένο αντίτυπο του κώδικα Ντα Βίντσι. Ο Τζάσπερ καθόταν δίπλα του πάνω στην δική του πετσέτα. Ο Έντουαρντ ήταν ξαπλωμένος πιο κει πάνω στην άμμο. Το κύμα του έγλυφε τα πόδια. Φορούσε ένα κοντό γαλάζιο μαγιό που αναδείκνυε το γυμνασμένο του σώμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πότε δεν είχα προσέξει τον Έντουαρντ ιδιαίτερα για να δω ότι είχε τόσο γυμνασμένο σώμα. Δεν τον αντιπαθούσα ακριβώς απλά ποτέ δεν κάναμε παρέα. Ίσως γιατί δεν ήταν, μαζί με την Ρόζαλι, όσο κοινωνικοί ήταν και οι υπόλοιποι Κάλεν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με το που με είδε ο Μαξ πετάχτηκε όρθιος γουρλώνοντας τα μάτια. Πέταξε το βιβλίο του στην πετσέτα και έτρεξε στην αγκαλιά μου. Ήταν όπως τον θυμόμουν. Τα μαλλιά του είχαν ένα καστανό πολύ ανοιχτό χρώμα και του αγκάλιαζαν το πρόσωπο. Κάποιες τούφες έπεφταν πάνω στο μέτωπο του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μαλλιά του δεν ήταν τόσο μακριά όσο του Έντουαρντ ή του Τζάσπερ αλλά παρέμεναν μακριά. Φορούσε όπως πάντα τα μαύρα γυαλιά μυωπίας. Παρότι ήταν ο μικρότερος από τους Κάλεν ήταν ο μοναδικός με τον οποίο έκανα τόση πολύ παρέα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα!» φώναξε και γλίστρησε στην αγκαλιά μου. Απομακρύνθηκε κοιτώντας με με ενθουσιασμό. «Ο Έντουαρντ δεν μου είπε ότι θα ερχόσουν. Νόμιζα πως περιμέναμε κάποιους φίλους.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δηλαδή εγώ πλέον δεν αποτελώ φίλη για σένα;» τον ρώτησα γελώντας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Άλις καθόταν δίπλα στον Τζάσπερ και του μιλούσε. Ήταν όπως πάντα πολύ κοινωνική. Υπήρχε κάτι στο οποίο να μην ήταν καλή; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Μαξ έτρεξε προς το νερό και βούτηξε κάνοντας μια βαθιά βουτιά. Πήγα να τρέξω προς το μέρος του χαμογελώντας στον Τζάσπερ. Μου έγνεψε. Πέταξα τις σαγιονάρες μου δίπλα στο βιβλίο του Μαξ όταν μια φωνή με διέκοψε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν θα με χαιρετήσεις;» ο Έντουαρντ στεκόταν μπροστά μου χαμογελώντας. Τι τον είχε πιάσει; Ίσως απλά να ήθελε να με γνωρίσει. Ίσως να είχα αλλάξει και να με πρόσεχε για πρώτη φορά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Του χαμογέλασα προσπαθώντας να αγνοήσω την αλλαγή στην συμπεριφορά του και έτρεξα προς το νερό. Βούτηξα μέχρι τον βυθό και αναδύθηκα στην επιφάνεια ανάμεσα σε ένα σύννεφο από μπουρμπουλήθρες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Μαξ γελούσε. Κοίταξα στην ακτή την Άλις. Ο Τζάσπερ ερχόταν προς το νερό. Τον κοιτούσε σχεδόν μαγνητισμένη. Γιατί όλοι έπρεπε να είναι τόσο διαφορετικοί αυτό το καλοκαίρι; Η Άλις πότε δεν κοιτούσε κάποιον με αυτόν τον τρόπο. Έκανε σχέσεις και φλέρταρε με πολλά αγόρια. Μου είχε δηλώσει κιόλας ότι αυτό το καλοκαίρι θα κατάφερνε να κάνει σχέση με κάποιον. Αλλά τον Τζάσπερ μόλις τον γνώρισε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον κοιτούσε λες και τον ήξερε από πάντα. Έκανα άλλη μια βουτιά προσπαθώντας να αναγκάσω το δροσερό νερό να με κάνει να συνέλθω. Τι με είχε πιάσει και ήμουν τόσο καχύποπτη; Όλα ήταν φυσιολογικά. Θα έπρεπε να διασκεδάζω αντί να γκρινιάζω για τον Έντουαρντ που είχε αποφασίσει να είναι φιλικός μαζί μου στα ξαφνικά, ή για την Άλις που απλώς ήταν ο εαυτός της φλερτάροντας με ένα όμορφο αγόρι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις έλα μέσα!» την φώναξα, χαμογελώντας, και με το χέρι μου έριξα μερικά νερά στον αέρα δήθεν ότι προσπαθούσα να την πετύχω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Τζάσπερ γύρισε και την άρπαξε σαν αρνί. Η Άλις γελούσε και τον χτυπούσε με τα χέρια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άφησε με!» φώναζε γελώντας. Είχαν ήδη γίνει φίλοι; Την πέταξε μέσα στο νερό. Βγήκε στην επιφάνεια με τα μαλλιά της να στάζουν χαμογελώντας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Τζάσπερ είχε κάνει ένα μεγάλο μακροβούτι και είχε βρεθεί από κάτω της. Την ανέβασε στους ώμους του. Έκανε ένα νόημα στον Έντουαρντ ο όποιος αμέσως βούτηξε στο νερό και βρέθηκε από κάτω μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με ανέβασε στους ώμους&amp;nbsp;του και φώναζε παράλληλα με τον Τζάσπερ να παίξουμε κοκορομαχίες. Ήταν γελοίο. Είχα να παίξω αυτό το παιχνίδι από όταν ήμουν παιδί. Μόνο πεντάχρονα προσπαθούσαν να ρίξουν τους φίλους τους από τους ώμους του αντιπάλου καθώς ήταν και οι ίδιοι πάνω σε ώμους άλλων φίλων τους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ίσως και όχι σκέφτηκα γελώντας καθώς η Άλις με μια επιδέξια κίνηση με πέταξε από τους ώμους του Έντουαρντ μέσα στο νερό. Έπρεπε να ηρεμήσω και να διασκεδάσω. Ίσως απλά σήμερα να μην ήταν η μέρα μου. Προσπάθησα να αποδώσω το γεγονός ότι όλα μου φαίνονταν περίεργα επειδή ήμουν άκεφη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήμουν με βρεγμένα μαλλιά ξαπλωμένη στο κρεβάτι κοιτώντας το ταβάνι. Η Άλις κάτω στην κουζίνα μαγείρευε κάτι που θα μύριζε υπέροχα εάν είχα όρεξη για φαγητό. Είχαμε μόλις γυρίσει από την παραλία. Αφού είχα κάνει ένα δροσερό ντους είχα ξαπλώσει σε αυτή την στάση, δεν έχω ιδέα για πόση ώρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι με είχε πιάσει και ένιωθα έτσι; Δεν είχα κέφι για τίποτα; Προφανώς απλά έφταιγε η μέρα. Εντάξει με τον Έντουαρντ δεν κάναμε ποτέ πολύ παρέα όχι γιατί τον αντιπαθούσα απλά προφανώς επειδή δεν είχε τύχει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν πάντα τόσο απόμακρος. Το γεγονός ότι τώρα με έκανε ξαφνικά παρέα και προσπαθούσε τόσο πολύ να γίνουμε φίλοι δεν σήμαινε απαραίτητα κάτι. Απλά είχε αλλάξει η συμπεριφορά του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επίσης, το ότι η Άλις κοιτούσε έτσι τον Τζάσπερ, δεν σήμαινε απαραίτητα κάτι. Ίσως απλά να της άρεσε. Να τον φλέρταρε λίγο περισσότερο από ότι συνήθως. Αυτό το καλοκαίρι θα ήταν τέλειο. Ένιωσα ήδη την διάθεση μου να φτιάχνει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έφταιγε μάλλον το ταξίδι και το ότι δεν είχα φάει τίποτα όλη μέρα. Πετάχτηκα όρθια κα φόρεσα τις αγαπημένες μου πιτζάμες. Κατέβηκα την σκάλα πηδώντας δύο-δύο τα σκαλιά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτό που φτιάχνεις μυρίζει υπέροχα» είπα κουνώντας το χέρι μου πάνω από την κατσαρόλα για να πλημμυρίσει η μυρωδιά του φαγητού την μύτη μου. «Δεν έχω φάει τίποτα όλη μέρα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Στο είπα ότι ήταν τέλεια ιδέα να αγοράσουμε εκείνα τα μύδια από το μαγαζί του κύριου Μπένετ. Μια μακαρονάδα με θαλασσινά είναι ότι πρέπει μετά από μια κουραστική μέρα. » είπε η Άλις χωρίς να πάρει το βλέμμα της από την κατσαρόλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι υπόλοιπες μέρες μέχρι και τα γενέθλια μου πέρασαν όσο γρήγορα αποτραβιέται το κύμα από την ακτή στην άμπωτη. Πάντοτε τα γενέθλια μου στο τέλος του Ιουλίου σηματοδοτούσαν το τέλος της πρώτης εβδομάδας διακοπών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πρώτη αυτή εβδομάδα φέτος κύλησε πανέμορφα. Περνούσαμε όλη την μέρα στην θάλασσα χαζεύοντας τα κύματα. Συνήθως ήμουν με την Άλις και τον Μαξ. Ο Έντουαρντ δεν φάνηκε καθόλου. Ο Μαξ κατέβαινε στην παραλία με τον Τζάσπερ ο οποίος ερχόταν όλο και πιο κοντά στην Άλις. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Την παραμονή των γενεθλίων μου πέρασα όλο το απόγευμα με τον Μαξ στο τέλος της ακτής εκεί όπου η άμμος άρχιζε να αντικαθίσταται από βράχια. Το κύμα έσκαγε πάνω τους και μας δρόσιζε με μεγάλες σταγόνες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αποφασίσαμε να ψάξουμε για κοχύλια στην άμμο όσο η Άλις ήταν σπίτι με τον Τζάσπερ. Προσπαθούσα να αγνοήσω το γεγονός ότι έκαναν τόση παρέα. Η Άλις μιλούσε για αυτόν λες και ήταν ερωτευμένη μαζί του. Λες και δεν ήταν απλώς μια καλοκαιρινή σχέση. Ο Τζάσπερ θα μετακόμιζε το φθινόπωρο στο Μπρούκλιν σε ένα διαμέρισμα πολύ κοντά σε εκείνο του Έντουαρντ τώρα που πέρασε στο πανεπιστήμιο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρόλα αυτά δεν είχε σημασία το γεγονός ότι η Άλις είχε την δυνατότητα να συνεχίσει την σχέση μαζί του. Ήταν αδύνατον να ερωτευτεί κάποιον που δεν γνώριζε. Οι σκέψεις μου διακόπηκαν από την φωνή του Μαξ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα θέλω να σε ρωτήσω κάτι που σκέφτομαι όλη την εβδομάδα.» Γύρισε και με κοίταξε καθώς καθάριζε με τα δάχτυλα του ένα κοχύλι από την άμμο. Ο ήλιος έδυε πίσω μας χρωματίζοντας τα μάτια του με θερμά χρώματα. Συνέχισε αυτό που έλεγε μόλις του έγνεψα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φέτος που ο Έντουαρντ μετακόμισε τόσο κοντά σου.» Έκανε μια παύση σαν να μην του έβγαινε σωστά αυτό που ήθελε να πει. «Κάνατε καθόλου παρέα; Εννόω φέρεται φέτος λες και ήσαστε φίλοι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον κοίταξα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μα με τον Έντουαρντ ήμασταν πάντα φίλοι» αποκρίθηκα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι αλλά όχι όπως είσαι με έμενα ή τον Τζάσπερ - » συνέχισε πασχίζοντας να αρθρώσει τις λέξεις. Είχε καταλάβει και αυτός ότι ο Έντουαρντ φερόταν διαφορετικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι Μαξ δεν κάναμε ιδιαίτερη παρέα. Όχι ότι δεν ήθελα αλλά δεν προλάβαινα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έσκυψα να πιάσω ένα πολύχρωμο κοχύλι. Το καθάρισα βιαστικά με τα δάχτυλα μου και το έβαλα στην τσέπη μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Την επόμενη μέρα ξύπνησα υπερβολικά νωρίς. Μου είχε μείνει συνήθεια από όταν ήμουν μικρή. Την μέρα των γενεθλίων μου ξυπνούσα πάντα από το χάραμα γιατί δεν άντεχα να περιμένω να λάβω τα δώρα μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φέτος έχοντας λάβει ήδη όλα μου τα δώρα δεν είχα κάτι να περιμένω. Οι γονείς μου μού είχαν πάρει πριν φύγω ένα αυτοκίνητο smart. Ήταν ότι έπρεπε για να πηγαίνω στο πανεπιστήμιο με την Άλις. Αντίθετα με το αυτοκίνητο της Άλις το οποίο μας έσερνε όλη την χρονιά, τραβώντας όλα τα βλέμματα πάνω του, το smart ήταν εξαιρετικά διακριτικό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συν ότι επιτέλους θα βρίσκαμε να παρκάρουμε. Το αυτοκίνητο της Άλις θα έμενε μόνο για τις βόλτες. Η Άλις από την άλλη με είχε πάρει για ψώνια επιμένοντας να αγοράσω τόνους ρούχα για να μου τα κάνει δώρο. Ανάμεσα τους ήταν και εφτά μαγιό τα όποια είχα πάρει όλα μαζί μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατέβηκα τις σκάλες και πήγα στην κουζίνα. Έπιασα το κουτί του καφέ και άναψα την καφετιέρα. Κάθισα κρατώντας τυλίγοντας τις χούφτες μου γύρω από το φλιτζάνι του καφέ στην πίσω αυλή αγναντεύοντας τον ωκεανό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Άλις κατέβηκε μετά από αρκετή ώρα. Έτρεξε κατά πάνω μου και με αγκάλιασε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χρόνια πολλά!!» φώναξε με ενθουσιασμό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ετοιμαστήκαμε φορώντας τα μαγιό μας και βγήκαμε από το σπίτι. Η Άλις είχε συνεννοηθεί χτες βράδυ με τον Τζάσπερ για να συναντηθούμε στην ακτή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάναμε το γύρω του σπιτιού και βρεθήκαμε στην παραλία. Τα πόδια μου βυθίστηκαν στην καυτή άμμο. Έτρεξα προς το νερό. Άρχισα να βηματίζω δίπλα στην ακτή καθώς το νερό δρόσιζε τα πόδια μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πριν καν το καταλάβω ο Τζάσπερ, ο Μαξ, ο Έμετ και ο Έντουαρντ άρχισαν να φαίνονται από μακριά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Άλις φλυαρούσε για το πόσο τέλεια θα ήταν η σημερινή μέρα, πόσο υπέροχα θα ήταν τα γενέθλια μου και το τι θα κάναμε για να γίνουν ακόμη καλύτερα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χρόνια πολλά Μπέλλα!» φώναξε ο Μαξ και έπεσε στην αγκαλία μου αμέσως μόλις πλησιάσαμε κοντά τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα χέρια του κρατούσε ένα πακέτο. Ήταν τυλιγμένο με ένα χαρτί που προφανώς είχε ζωγραφίσει ο ίδιος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σου πήρα αυτό.» είπε και μου έτεινε το πακέτο. «Ξέρω πως δεν είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο αλλά ελπίζω να σου αρέσει.» Συμπλήρωσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν χρειαζόταν να μου πάρεις κάτι Μαξ.» του είπα ξετυλίγοντας την κορδέλα. Χάθηκε να μετακόμιζε αυτός στο Μπρούκλιν; Ευτυχώς είχα την Άλις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξετύλιξα προσεχτικά το περιεχόμενο για να μην σκίσω το χαρτί. Το είχε σίγουρα φτιάξει αυτός. Κοίταξα το δώρο με ενθουσιασμό. Ήταν το νέο βιβλίο του αγαπημένου μου συγγραφέα. Το ξεφύλλισα και είδα ότι ο Μαξ είχε γεμίσει το λευκό περιθώριο με μερικά από τα υπέροχα σκίτσα του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αποτύπωναν σίγουρα σκηνές από το βιβλίο. Κοίταξα την πρώτη σελίδα και είδα ότι ήταν υπογεγραμμένο. Πόσο καλά με ήξερε…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Που κατάφερες να το βρεις αυτό;» τον ρώτησα και τον αγκάλιασα. Ήταν κάτι τόσο ιδιαίτερο. Το λάτρευα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Το αγόρασα από το e-bay και μετά το γέμισα με μερικά σκίτσα.» είπε χαρούμενος που μου άρεσε το δώρο του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε ευχαριστώ Μαξ είναι τέλειο.» του είπα και τον άφησα από την αγκαλιά μου. Ο Τζάσπερ και ο Έμετ μου είπαν χρόνια πολλά χαμογελώντας. Ο Έντουαρντ με κοίταξε και σηκώθηκε όρθιος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χρόνια πολλά Μπέλλα.» μου είπε και συνέχισε πριν προλάβω να τον διακόψω για να του πω ευχαριστώ. «Ξέρω πως ποτέ δεν κάναμε πολύ παρέα αλλά τώρα που είμαστε και τόσο κοντά όλον τον χρόνο νομίζω πως μπορούμε να επανορθώσουμε.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μου έτεινε ένα πακέτο. Δεν έκανα μια κίνηση να το πάρω. Τον κοιτούσα αποσβολωμένη. Το πήρα και άνοιξα προσεχτικά το χαρτί. Ήταν ένα κολιέ από κοχύλια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι υπέροχο σε ευχαριστώ. Δεν χρειαζόταν να ξοδευτείς.» του είπα και φόρεσα στον λαιμό μου το κολιέ. Ήταν όντως πανέμορφο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο ήχος των κυμάτων που έσκαγαν στην ακτή πλημμύριζε τον χώρο. Μύριζε αρμύρα και το θαλασσινό αεράκι φυσούσε τα μαλλιά μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μα δεν ξοδεύτηκα. Το έφτιαξα μόνος μου» έκανε μια παύση.&amp;nbsp;«Ψάρεψα και τα κοχύλια» συμπλήρωσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε ευχαριστώ.» ξαναείπα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακολούθησε μια αμήχανη σιωπή την οποία έσπασε ο Έμετ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Το βράδυ είστε καλεσμένες στο σπίτι μας. Ο Καρλάιλ γκρινιάζει που είστε εδώ μια εβδομάδα και ακόμη δεν έχετε έρθει επίσκεψη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εντάξει » του είπα γελώντας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Περάσαμε το υπόλοιπο της μέρας μέχρι το βράδυ στην παραλία. Το μεσημέρι φάγαμε αχινούς που ψάρεψε ο Τζάσπερ&amp;nbsp;πίνοντας παγωμένη μπύρα. Η θάλασσα ήταν υπέροχη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν σχεδόν σαν λίμνη και δεν χόρταινα να κάνω βουτιές στα τιρκουάζ νερά της. Η μέρα γινόταν όλο και καλύτερη.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-6087635973141220515?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/6087635973141220515/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=6087635973141220515' title='8 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/6087635973141220515'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/6087635973141220515'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2011/07/sound-of-waves.html' title='Sound of the Waves'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-2rNyd8nWrFQ/Tir8DLBSGyI/AAAAAAAAAWM/pFPRN8kDbGA/s72-c/scenic_florida_beaches-267307-1248962629.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>8</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-1032854170496528501</id><published>2011-07-13T14:08:00.000+03:00</published><updated>2011-07-13T14:08:46.111+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Στοχεύοντας Τα Αστέρια'/><title type='text'>Στοχεύοντας Τα Αστέρια</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-yWeQPK8AE-k/Th16LifFewI/AAAAAAAAAWI/co4XJE4QmrM/s1600/place_where_i_can_hide_myself__by_lukreszja-d3chgvw.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="214" m$="true" src="http://2.bp.blogspot.com/-yWeQPK8AE-k/Th16LifFewI/AAAAAAAAAWI/co4XJE4QmrM/s320/place_where_i_can_hide_myself__by_lukreszja-d3chgvw.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;7ο Κεφάλαιο&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Αιχμαλωτίζοντας Tα Όνειρα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπρούκλιν Νέα Υόρκη,1920 &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;‘ 14 χρόνια μετά ’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Alice&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;s POV&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο θόρυβος καθώς το σώμα μου συνέθλιβε το γυαλί έφτασε στα αυτιά μου απόμακρος σαν να βρισκόμουν ήδη σε ένα άλλον κόσμο. Ένιωσα χιλιάδες κομμάτια γυαλιού να μπήγονται στην σάρκα μου. Ένα καυτό υγρό έτρεξε στο σώμα μου. Δεν είχα χρόνο όμως να νιώσω τον οξύ πόνο που διαπερνούσε το κορμί μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπεφτα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βρισκόμουν σε ελεύθερη πτώση. Στροβιλιζόμουν στον αέρα διαγράφοντας τούμπες. Τα μαλλιά μου μαστίγωναν ανελέητα το πρόσωπο μου και ένιωσα τα μάτια μου να τσούζουν από τον αέρα. Έστρεψα το βλέμμα μου ψηλά και αντίκρισα το σημείο από όπου είχα πέσει. Η σοφίτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα από τα παράθυρα της ήταν σπασμένο και ήταν φανερό ότι κάποιος με έσπρωξε με την πλάτη, έπεσα πάνω του και το έσπασα. Δεν μπορούσα να διακρίνω καμία φιγούρα όμως να στέκεται στο σπασμένο παράθυρο και να με κοιτάζει να πέφτω. Ήταν σαν να με έσπρωξε και έπειτα να εξαφανίστηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το έδαφος πλησίαζε όλο και περισσότερο. Σφράγισα τα μάτια μου τόσο σφιχτά που τα βλέφαρα μου τρυπούσαν το δέρμα μου. Αντί όμως να νιώσω το κορμί μου να συνθλίβεται στο έδαφος και έπειτα να χαθώ σε μια μαύρη άβυσσο, η ακοή μου πλημμύρισε από έναν τραχύ ήχο. Σίδερο που τρίβεται πάνω σε σίδερο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άνοιξα τα μάτια μου νιώθοντας ακόμη την αύρα του εφιάλτη να με πνίγει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα τριγύρω μου το απόλυτο σκοτάδι που κυριαρχούσε στο μικρό δωμάτιο και σπίτι μου τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια. Αν υπολόγιζα τις μέρες σωστά σήμερα ήταν δεκατέσσερα χρόνια από την μέρα που πρωτοήρθα εδώ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τίποτα δεν είχε αλλάξει όλα αυτά τα χρόνια εκτός από ένα πράγμα. Περνούσα το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μόνη μου στο σκοτεινό κελί που αποκαλείται δωμάτιο μου, και το υπόλοιπο μέρος της με την Σαμάνθα στην σοφίτα. Μια φορά την εβδομάδα βυθιζόμουν στο βρόμικο νερό της μπανιέρας έχοντας πλέον συνηθίσει τον λιγοστό χρόνο που είχαμε να κάνουμε μπάνιο. Τίποτα πέρα από την καθημερινή ρουτίνα δεν είχε συμβεί όλα αυτά τα χρόνια. Ήμουν ευτυχισμένη μόνο όταν βρισκόμουν μαζί με την Σαμάνθα. Ένιωθα πως είχα τουλάχιστον μια φίλη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν πείραζε όμως. Αυτή ήταν η ζωή μου είτε το ήθελα είτε όχι. Και έπρεπε να την περάσω όπως καλύτερα μπορούσα. Το μόνο πράγμα που με πλήγωνε όλα αυτά τα χρόνια ήταν ότι ποτέ δεν εμφανίστηκε ο άντρας με τα χρυσαφένια μάτια. Πολλές φόρες προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό ήταν θετικό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αποδείκνυε ότι τα όνειρα που έβλεπα δεν έβγαιναν πάντα σωστά. Υποδείκνυε πως δεν ήμουν τρελή. Και το μόνο πράγμα που είχε αλλάξει από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στην πλακόστρωτη αυλή του άσυλου τόνιζε ακριβώς αυτό. Ότι δηλαδή δεν ήμουν τρελή. Το μόνο πράγμα που είχε αλλάξει ήταν ότι δεν είχα ξαναδεί από τότε αυτά τα απαίσια όνειρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γεγονός όμως που υπενθύμιζε επίσης ότι θα μπορούσα να μένω με την οικογένεια μου. Να μην είχα έρθει εδώ ποτέ. Βασικά δεν είχα δει ούτε φυσιολογικά όνειρα. Δεν έβλεπα καθόλου όνειρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτρεμα γιατί πλέον όλα αυτά ήταν παρελθόν. Προσπάθησα να σταματήσω τα δόντια μου επειδή χτυπούσαν συνεχώς μεταξύ τους. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου. Τα όνειρα είχαν μόλις επιστρέψει. Είχα τόσο καιρό να δω ένα από αυτά τα ανεξήγητα όνειρα που με οδήγησαν εδώ που δεν ήμουν σίγουρη εάν αυτό το όνειρο ήταν φυσιολογικό ή όχι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προσπάθησα ξανά ανεπιτυχώς να διώξω την αίσθηση του εφιάλτη από πάνω μου. Επικεντρώθηκα στο γεγονός ότι ο θόρυβος που με ξύπνησε ήταν η πόρτα που άνοιγε. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος είχε έρθει να μου αφήσει φαγητό. Ήταν η μόνη ευκαιρία να δραπετεύσω έστω και προσωρινά από το κελί μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένιωσα ένα μικρό αεράκι να φυσάει στο πρόσωπο μου. Η πόρτα ήταν ακόμη ανοιχτή. Κράτησα την ανάσα μου και κόλλησα το κορμί μου πάνω στον παγωμένο τοίχο του δωματίου. Σύρθηκα αθόρυβα μέχρι την πόρτα και γλίστρησα έξω με ανακούφιση. Περίμενα να ακούσω αυτόν που είχε έρθει να απομακρύνεται ευχαριστώντας παράλληλα την τύχη που είχε έρθει χωρίς φανάρι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο θόρυβος από τα βήματα που αντηχούσαν στον πέτρινο διάδρομο άρχισε να μειώνεται. Όταν ήμουν σίγουρη πως απομακρύνθηκε αρκετά άρχισα να βηματίζω προς την πόρτα της Σαμάνθας προσπαθώντας να ανακτήσω την ανάσα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σαμάνθα;» ψιθύρισα τόσο σίγα που μετά βίας άκουγα την ίδια μου την φωνή. Καμία απάντηση πέρα από την απόλυτη σιωπή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν είχε βγει έξω. Είχα να την δω σχεδόν μια εβδομάδα. Όλη αυτήν την βδομάδα ποτέ δεν ξεγλιστρούσε έξω από το κελί της όποτε κάποιος ερχόταν να της δώσει φαγητό. Πράγμα πολύ παράξενο αφού πάντα μία φορά τη μέρα όταν έρχονταν, η Σαμάνθα έβγαινε μαζί μου και πηγαίναμε στην σοφίτα. Τι είχε αλλάξει αυτήν την εβδομάδα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια ανατριχιαστική σκέψη πέρασε στιγμιαία από το μυαλό μου. Και αν είχε πάθει κάτι; Προσπάθησα να καθησυχάσω τον εαυτό μου και άρχισα να ακολουθώ τον γνώριμο δρόμο προς την σοφίτα μέσα από τους σκοτεινούς δαιδαλώδης διαδρόμους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν είχα ιδέα τι ώρα ήταν και περίμενα καθώς έφτασα στον διάδρομο με τα παράθυρα που οδηγούσε στην σοφίτα να αντικρίσω περισσότερο σκοτάδι. Αντί για αυτό όμως αντίκρισα την χαραυγή. Ο ήλιος στο βάθος μόλις που φαινόταν και ο ουρανός είχε πάρει πανέμορφα πορτοκαλί και κόκκινα χρώματα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας οξύς πονοκέφαλος άρχισε να σχηματίζεται στο κεφάλι μου σαν κατάλοιπο του απαίσιου εφιάλτη που είδα. Δεν μπορούσα να σταματήσω να ανησυχώ για την Σαμάνθα. Έτρεμα στην ιδέα ότι κάτι μπορεί να της συνέβη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σταμάτησα να αγναντεύω την χαραυγή από τα παράθυρα του διαδρόμου με την σκέψη ότι από την σοφίτα θα είναι πολύ πιο όμορφη. Πρώτη φόρα πήγαινα ολομόναχη στην σοφίτα. Όλη αυτήν την εβδομάδα που η Σαμάνθα είχε εξαφανιστεί περίμενα στο ολοσκότεινο διάδρομο μόνη μου μέχρι κάποιος να ξανανοίξει την πόρτα και να γλιστρήσω πίσω στο δωμάτιο μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άρχισα να ανεβαίνω την ετοιμόρροπη σκάλα. Σήμερα δεν μπορούσα να γυρίσω μόνη πίσω στο σκοτεινό διάδρομο. Ήθελα να αποτινάξω από πάνω μου τον εφιάλτη και ήθελα να αναγκάσω τον εαυτό μου να ξεχάσει ότι σαν σήμερα είχα έρθει στο άσυλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πέρσι την σημερινή μέρα την πέρασα με την Σαμάνθα εξερευνώντας το άσυλο. Ποτέ όλα αυτά τα χρόνια δεν είχα αντικρίσει ολόκληρο το άσυλο. Πέρυσι για πρώτη φόρα είδα τόσα πολλά από αυτό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμη όμως υπήρχαν χιλιάδες μέρη που δεν είχα δει. Κάθισα στο σκονισμένο πάτωμα της σοφίτας και χάθηκα στον απέραντο ορίζοντα. Ο ήλιος πλέον είχε φανεί στον ουρανό και είχαν χαθεί κάποια από τα υπέροχα χρώματα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πέρσι είχα αντικρίσει για πρώτη φορά τον εαυτό μου σε καθρέφτη μετά από τόσα χρόνια. Η εικόνα μου με τρόμαξε. Έμοιαζε τόσο με την εικόνα που είχα στα όνειρα μου. Στα όνειρα που έβλεπα πριν δεκατέσσερα χρόνια και σήμερα είχαν επιστρέψει. Σε εκείνα τα όνειρα που ήμουν μαζί με τον άντρα με τα χρυσά μάτια. Σε εκείνα τα όνειρα που τον φιλούσα. Που καθόμασταν μαζί κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Σε εκείνα τα όνειρα που όταν ξυπνούσα ένιωθα ένα ανεξήγητο συναίσθημα ευτυχίας, ίσως αγάπης. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αγάπης γιατί όμως; Για κάποιον που δεν γνώριζα; Για κάποιον που υπήρχε μόνο στην φαντασία μου; Όλα αυτά τα χρόνια δεν είχα μιλήσει ποτέ στην Σαμάνθα για τον νεαρό με τα χρυσά μάτια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ξέρω γιατί δεν το είχα κάνει. Ίσως από φόβο ότι έπειτα θα εμφανιζόταν. Φοβόμουν ότι εάν πω δυνατά ότι ίσως να υπήρχε θα γινόταν αληθινός. Παρότι ευχόμουν να εμφανιστεί, βαθιά μέσα μου δεν ήμουν σίγουρη εάν ήθελα. Εάν εμφανιζόταν ίσως να σήμαινε ότι όντως ήμουν τρελή. Η σκέψη της Σαμάνθας με έκανε να ανησυχήσω περισσότερο για αυτήν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι οι σκέψεις μου με οδηγούσαν σε ένα φαύλο κύκλο. Επαναλάμβανα συνεχώς ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα μέσα στο κεφάλι μου. Τις ίδιες σκέψεις τις ανακάτευα ξανά και ξανά. Η μνήμη μου είχε αρχίσει να με εγκαταλείπει μαζί με την όραση μου. Πλέον δεν έβλεπα την θέα από την σοφίτα με την διαύγεια που την έβλεπα κάποτε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όλα αυτά τα χρόνια μέσα στο απόλυτο σκοτάδι δίχως τίποτα να δω, δίχως τίποτα να απομνημονεύσω έκαναν τις δύο αυτές αισθήσεις σιγά σιγά να εξαφανιστούν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το μόνο που τις κρατούσε ακόμα μέσα μου ήταν ότι έβγαινα που και που από το κελί μου μαζί με την Σαμάνθα. Αλλά τώρα κόντευα να χάσω και αυτό, επειδή η Σαμάνθα είχε εξαφανιστεί . Οι σκέψεις μου ξανά γύρισαν εκεί που είχαν αρχίσει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εάν δεν έκανα κάτι σύντομα θα τρελαινόμουν τελικά στην πραγματικότητα. Ίσως ήδη να είχε συμβεί αυτό. Τα μάγουλα μου ήταν υγρά. Δεν είχα καταλάβει καν ότι έκλαιγα. Σηκώθηκα και άρχισα να τρέχω. Τα βήματα μου χτυπούσαν πάνω στην σκόνη σχηματίζοντας μικρά σύννεφα. Εάν είχα χρόνο να τα κοιτάξω θα έβλεπα πως έμοιαζαν με τα αφράτα σύννεφα, που παρακολουθούσα στο ουρανό, ξαπλωμένη ανάμεσα στα γογγύλια στην αυλή μας, στο αρχοντικό που είχα αφήσει πίσω μου σαν σήμερα πριν από δεκατέσσερα χρόνια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατέβηκα την ξεχαρβαλωμένη σκάλα με τα βήματα μου να αντηχούν στα ξύλινα σκαλιά. Εάν γυρνούσα να κοιτάξω πίσω μου θα έβλεπα στον διάδρομο μια μορφή. Κάποιος πλησίαζε από το θόρυβο που είχα προξενήσει. Αλλά δεν είχα χρόνο να κοιτάξω πίσω μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν το έκανα ήταν αργά. Ή μήπως όχι. Δεν είχε δει το πρόσωπο μου. Δεν ήξερε ότι ήμουν εγώ. Η μορφή ήταν σίγουρα κάποια που δούλευε στο άσυλο. Άκουσα το θόρυβο από το φόρεμα της καθώς θρόιζε την ίδια στιγμή που έστριβα σε ένα σκοτεινό διάδρομο που δεν είχα δει ποτέ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εάν δεν ήμουν τόσο απασχολημένη να γυρίσω πίσω ασφαλής στο δωμάτιο μου θα έβλεπα μπροστά μου κάτι που θα με τρέλαινε ακόμη περισσότερο. Γιατί μέσα στο σκοτάδι με κοιτούσε γαλήνια ένα ζευγάρι χρυσαφένια μάτια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν το συνειδητοποίησα ήμουν ήδη έξω από το δωμάτιο μου τρέμοντας και κλαίγοντας περιμένοντας να ανοίξει κάποιος την πόρτα και να γυρίσω στην ασφάλεια του βελούδινου σκοταδιού μέσα στο κελί μου. Δεν ήξερα εάν το είχα φανταστεί. Ίσως να το είχα φανταστεί αλλά παρόλα αυτά ήμουν πεπεισμένη ότι μόλις πριν λίγα λεπτά ή ίσως να ήταν και ώρες είχα δει για πρώτη φόρα ζωντανά και όχι σε ένα όνειρο τον άντρα με τα χρυσαφένια μάτια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα καν πως είχα φτάσει ξανά πίσω, έξω από την πόρτα στο δωμάτιο μου. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν ότι ο άντρας με τα χρυσά μάτια ήταν αληθινός. Ένιωθα ότι πλέον δεν πείραζε που οι αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια με είχαν εγκαταλείψει. Πλέον είχα νέες αναμνήσεις να γεμίσω το κεφάλι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Σύνθια με κοίταζε καθώς ετοιμαζόμουν. Φορούσα ένα λευκό φόρεμα που μου έφτανε μέχρι τα γόνατα. Στο τελείωμα είχε μικρά πολύχρωμα λουλουδάκια με χρυσαφένιες λεπτομέρειες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας μου άφησα τα καστανά μαλλιά μου να πέφτουν ελεύθερα στου ώμους μου. Σήμερα ήταν τα έκτα γενέθλια μου. Θα με αφήναν να κάνω κάτι διαφορετικό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τεντώθηκα βάζοντας όλο μου το βάρος στις φτέρνες μου για να πιάσω τον καθρέφτη πάνω στο ράφι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άσε με να σε βοηθήσω αδερφούλα!» άκουσα την Σύνθια να λέει μισογελώντας. Μου έδωσε το καθρέφτη παίρνοντας με αγκαλιά. Της έδωσα ένα απαλό φιλί στο μάγουλο χαμογελώντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατέβηκα την σκάλα ακούγοντας πίσω μου την Σύνθια να φωνάζει:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην τρέχεις! Πρόσεξε μην πέσεις!» δεν μπορούσε όμως να κρύψει το χαμόγελο της και άφησε το γέλιο της να ξεδιπλωθεί κελαρυστό στον αέρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπεσα στην αγκαλιά του πατέρα μου μυρίζοντας μόνο το γλυκό του άρωμα. Καθόλου αλκοόλ σήμερα. Η μητέρα μου στεκόταν δίπλα του φορώντας ένα μακρύ κατακόκκινο φόρεμα. Το φλογερό του χρώμα ήταν αρκετά προκλητικό, αλλά σήμερα όλα επιτρέπονταν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πέρασε το χέρι της ανάμεσα στα καστανά μου μαλλιά. Ένα μικρό χαμόγελο διαγραφόταν ανάμεσα και στα δικά της χείλη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι έτοιμη για την γιορτινή σου έκπληξη;» ρώτησε τραγουδιστά. Της έγνεψα καταφατικά ανυπόμονα. Σήμερα θα περνούσαμε την μέρα κάπου ξεχωριστά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Την άφησα να με πιάσει από το χέρι καθώς βγαίναμε από το σπίτι και διασχίζαμε την αυλή προς μια μικρή άμαξα που μας περίμενε στην άκρη του μονοπατιού με δύο λευκά άλογα ζεμένα να μας κοιτάζουν. Μπήκα στην άμαξα με ένα μικρό πηδηματάκι νιώθοντας τα χέρια του πατέρα μου στην μέση μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δίπλα μου κάθισε η μητέρα μου και απέναντι μου ο πατέρας μου με την Σύνθια. Η άμαξα ξεκίνησε με ένα μικρό αναπηδητό στις πέτρες του λιθόστρωτου δρόμου. Απομακρυνθήκαμε από την πόλη περνώντας μέσα από το δάσος με τα έλατα. Μπορούσα σχεδόν να διακρίνω τον πόταμο να κυλάει ανάμεσα τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν είχα ιδέα που πηγαίναμε και καθώς ανάμεσα από τα δέντρα άρχισε να διακρίνεται μια λίμνη ένιωσα την ανυπομονησία να ανθίζει μέσα μου. Η άμαξα σταμάτησε στην μέση ενός ξέφωτου δίπλα στην λίμνη. Στις κρυστάλλινες όχθες της ξεπρόβαλλε ένας μικρός ξύλινος φράχτης. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατέβηκαν όλοι από την άμαξα αφήνοντας με τελευταία να αγναντεύω την διάφανη επιφάνεια της λίμνης. Μόλις τα πόδια μου πάτησαν το χλωρό γρασίδι έτρεξα κατευθείαν προς τις όχθες τις γελώντας. Η άμαξα πίσω μου απομακρύνθηκε χωμένη προς το δάσος. Θα επέστρεφε αργότερα να μας πάρει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έφτασα δίπλα στις όχθες τις κοιτώντας μαγεμένη τα χρώματα που σχημάτιζε ο ήλιος στα διάφανα νερά. Το χρυσό ξεχώριζε ανάμεσα σε όλα τα χρώματα. Βούτηξα το χέρι μου στο δροσερό νερό της λίμνης. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στις απέναντι όχθες τις σχηματιζόταν μια ελαφριά ομίχλη. Ανάμεσα στα δέντρα μπόρεσα να δω για ένα δευτερόλεπτο έναν γκρίζο λύκο να περνάει κατευθυνόμενος προς το δροσερό σκοτάδι του δάσους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χρόνια πολλά Άλις» άκουσα πίσω μου την μητέρα μου να λέει. Ο πατέρας μου χαμογέλασε μόλις γύρισα να τον κοιτάξω. Μια από τις σπάνιες φορές που χαμογελούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; ‘2 Εβδομάδες μετά’&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το βελούδινο παγωμένο σκληρό σκοτάδι με αγκάλιαζε. Βύθισα τα δόντια μου στην γλυκιά σάρκα του μήλου αφήνοντας τις σκέψεις μου να με παρασύρουν. Είχα δύο εβδομάδες να βγω έξω από το δωμάτιο μου. Τρεις εβδομάδες να δω την Σαμάνθα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν βγήκα από το δωμάτιο μου παρότι είχα την ευκαιρία. Η Σαμάνθα ήταν αυτή τώρα που περίμενε δύο εβδομάδες έξω από το δωμάτιο μου στο σκοτεινό διάδρομο. Εάν είχε βγει δηλάδη από το δωμάτιο της. Εάν ήταν καλά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο εβδομάδες τώρα με βασάνιζαν οι ίδιες σκέψεις. Η Σαμάνθα και η μυστηριώδης εξαφάνιση της και η ανάμνηση δύο χρυσαφένιων ματιών να με κοιτάζουν. Ο λόγος που δεν είχα βγει από το δωμάτιο μου δεν ήταν ότι φοβόμουν ότι θα με πιάσουν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Την προηγούμενη φόρα έφτασα πολύ κοντά σε αυτό. Αλλά δεν με ένοιαζε. Εάν με έπιαναν τι χειρότερο μπορούσαν να μου κάνουν; Ο πραγματικός λόγος που δεν έβγαινα είχε σχέση με τον φόβο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φοβόμουν ότι θα ξαναέβλεπα τα χρυσαφένια μάτια που με κυνηγούσαν σε όλη μου την ζωή. Τουλάχιστον σε αυτή που θυμόμουν. Ήθελα τόσο πολύ να είναι αληθινά. Να πραγματοποιηθούν τα όνειρα μου, που τώρα που έγινε, δεν ξέρω εάν πραγματικά το ήθελα ποτέ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μήπως το γεγονός ότι τα χρυσά μάτια ήταν αληθινά αποδείκνυε ότι τα όνειρα που έβλεπα έβγαιναν πάντα σωστά; Μήπως υποδείκνυε πως ήμουν τρελή; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ευτυχώς που δεν γνώριζα την αλήθεια πίσω από το μυστήριο που έκρυβαν αυτά τα πανέμορφα απόμακρα χρυσαφένια μάτια.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-1032854170496528501?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/1032854170496528501/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=1032854170496528501' title='5 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/1032854170496528501'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/1032854170496528501'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2011/07/blog-post.html' title='Στοχεύοντας Τα Αστέρια'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-yWeQPK8AE-k/Th16LifFewI/AAAAAAAAAWI/co4XJE4QmrM/s72-c/place_where_i_can_hide_myself__by_lukreszja-d3chgvw.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-690427694005659420</id><published>2011-02-25T22:33:00.003+02:00</published><updated>2011-05-28T22:02:38.808+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Στοχεύοντας Τα Αστέρια'/><title type='text'>Στοχεύοντας Τα Αστέρια</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-Nf4GeTdSFPA/TeFGxnV6q9I/AAAAAAAAAU8/YqrbE-xlNt8/s1600/rstreet_0056-2b.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="240" src="http://1.bp.blogspot.com/-Nf4GeTdSFPA/TeFGxnV6q9I/AAAAAAAAAU8/YqrbE-xlNt8/s320/rstreet_0056-2b.jpg" t8="true" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;6ο Κεφάλαιο&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Διάθλαση Φωτός &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Alice&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;s POV&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο απόηχος δυνατών χτυπημάτων σε μια πόρτα πέρασε μέσα από το νερό στα αφτιά μου. Βγήκα έξω με κομμένη την ανάσα. Τα κοντά μαλλιά μου έσταζαν και κρύωνα. Δεν ήξερα πόση ώρα ήμουν μέσα στο νερό. Το μυαλό μου ήταν ακόμη θολό. Ο ήχος των χτυπημάτων δυνάμωσε τώρα που είχα βγει από το νερό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συνοδευόταν από φωνές. Δεν είχα τον χρόνο να καταλάβω τι έλεγαν. Τα δάκρυα έτρεχαν συνεχώς από τα μάτια μου χωρίς λόγο. Μου έλειπε η οικογένεια μου, το σπίτι μου, αλλά περισσότερο από όλα μου έλειπε η ευτυχία. Ακόμα κουδούνιζαν στα αφτιά μου τα λόγια της Σαμάνθα ότι στο άσυλο δουλεύουν μόνο γυναίκες. Ο άντρας με τα χρυσαφένια μάτια δεν υπάρχει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χτύπησα με δύναμη το νερό με το χέρι μου. Χιλιάδες μικρές μπουρμπουλήθρες ακολούθησαν το χτύπημα μου. Οι φωνές πλέον αντηχούσαν καθαρά στα αφτιά μου. Προσπάθησα να συνέλθω από την έλλειψη οξυγόνου. Ένιωθα ένα δυνατό πόνο στο στήθος. Βγήκα έξω από το νερό και προσπάθησα να ισορροπήσω στο μαρμάρινο δάπεδο. Έριξα μια τελευταία ματιά στο σκούρο γκρίζο νερό και κουκουλώθηκα με την φθαρμένη πράσινη πετσέτα που ήταν ακουμπισμένη σε ένα γάντζο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τύλιξα με την πετσέτα τα αφτιά μου για να καλύψω τα συνεχή χτυπήματα στην πόρτα και τις φωνές που προέρχονταν απ’ έξω. Ντύθηκα γρήγορα, προσπαθώντας ακόμα να χωνέψω ότι για πρώτη ίσως φορά αυτά τα όνειρα που έβλεπα συνεχώς πλέον, δεν θα έβγαιναν αληθινά. Και χωρίς να ξέρω γιατί, αυτό με πονούσε. Για κάποιο λόγο αυτός ο νεαρός με τα χρυσά μάτια με έκανε να νιώθω ζεστασιά. Να νιώθω σαν να βλέπω κάποιο μέλος της οικογένειας μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άφησα την πετσέτα ξανά στο γάντζο και χαϊδεύοντας παράλληλα τα βρεμένα κοντά μαλλιά μου, χωρίς να έχω συνέλθει από την ιδέα ότι οι πανέμορφες μπούκλες μου χάθηκαν, πήγα προς την πόρτα. Δεν πρόλαβα να ακουμπήσω το πόμολο όταν η πόρτα άνοιξε απότομα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αντίκρισα την κυρία Hebrew να κοπανάει με μανία την πόρτα. Δεν μίλησε. Με κοίταξε με ένα βλέμμα που από μόνο του έλεγε τα πάντα. Ήξερα τις επιπτώσεις αυτού. Είχα μείνει στο δωμάτιο για περισσότερο από δέκα λεπτά. Πέρασα από μπροστά της δαγκώνοντας τα χείλη μου και πήγα προς την Σαμάνθα. Με κοιτούσε ανήσυχη και δεν μιλούσε ούτε εκείνη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν ξαφνικά σαν να είχαν χάσει όλοι την δυνατότητα ομιλίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι καλά;» είπε απλά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλά είμαι.» ήταν το μόνο που βρήκα να απαντήσω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι συνέβη; Ήσουν εκεί σχεδόν δέκα λεπτά.» Με κοίταξε στα μάτια αλλά απέστρεψα το βλέμμα μου. Ένιωσα το χέρι της στον καρπό μου. Με ανάγκασε να την κοιτάξω στα μάτια τραβώντας προς το μέρος της το χέρι μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τίποτα απλά-» δεν βρήκα κάτι να πω. Δεν μπορούσα να της πως πόσο μόνη ένιωθα. Δεν μπορούσα να της πω για τα όνειρα που βλέπω σχεδόν συνέχεια πλέον. Δεν μπορούσα, ούτε ήξερα πως να της πω για πιο λόγο είμαι εδώ. Δεν ήξερα καν για πιο λόγο ήταν εκείνη εδώ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κοίτα-» έκανε μια μικρή παύση σαν να σκεφτόταν και συνέχισε. «Σήμερα το απόγευμα, σε μια ώρα ακριβώς από τώρα θα μας φέρουν κάτι να φάμε.» έκανε μια μικρή παύση και μουρμούρισε κάτι αλλά δεν άκουσα τι είπε. Συνέχισε μιλώντας ψιθυριστά πλέον. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εκείνη την ώρα θα ανοίξει η πόρτα μόλις μια χαραμάδα. Αθόρυβα πέρνα από μέσα και βγες στο διάδρομο. Θα σε περιμένω εκεί. Το έχω δοκιμάσει πολλές φορές. Έτσι ξέρω εξάλλου ότι σε έφεραν εδώ.» Προσπάθησα να θυμηθώ αν όταν με έφεραν εδώ, την στιγμή που είχα χαθεί μέσα στο σκοτάδι, υπήρχε κάποια μορφή κοντά μου. Δεν θυμάμαι να υπήρχε κανείς, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Που θα πάμε;» ρώτησα μιλώντας όσο πιο σιγά μπορούσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θέλω να σου δείξω κάτι.» Είπε απλά. Προσπάθησα στο μισοσκόταδο να διακρίνω αν η παράξενη νότα που υπήρχε στην φωνή της όταν το έλεγε αυτό υπήρχε και στο βλέμμα της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πως θα ξέρω αν πέρασε η ώρα;» ρώτησα σχεδόν πνίγοντας κάθε λέξη για να μην ακουστεί στην απόλυτη ησυχία που είχε απλωθεί γύρω μας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Απλά πρέπει να έχεις καλή ακοή. Θα έρθουν χωρίς φανάρι.» Στα λόγια της πανικοβλήθηκα. Και αν δεν το καταλάβω; Και αν όταν βγω δεν μπορώ να την βρω πουθενά και χαθώ μέσα στα σκοτάδια χωρίς να μπορώ να επιστρέψω στο δωμάτιο μου; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα τα πούμε σε μια ώρα.» Ψιθύρισα αποφασιστικά την ώρα που μια νεαρή κοπέλα με έπιασε από το χέρι για να με οδηγήσει στο δωμάτιο μου. Το άγγιγμα της ήταν απαλό και όχι βίαιο όπως της κυρίας Hebrew. Τα χέρια της όμως ήταν παγωμένα. Το επόμενο πράγμα που είδα πριν μας πνίξει το σκοτάδι των διαδρομών προς το δωμάτιο μου ήταν την Σαμάνθα να μπαίνει μέσα στο δωμάτιο από την μεγάλη δίφυλλη πόρτα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προσπάθησα να ακολουθήσω το γρήγορο βήμα της κοπέλας που με συνόδευε μέσα στο σκοτάδι. Δεν είχα ιδέα προς τα που ήταν το δωμάτιο και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να είμαι συνεχώς κολλημένη στον τοίχο για να μην χαθώ και να ακολουθώ τον ήχο των βημάτων της. Έπειτα από τόσες ώρες στο σκοτάδι είχα αρχίσει να αλληθωρίζω. Άκουσα τον ίδιο θόρυβο που με είχε ξυπνήσει και προηγουμένως. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σίδερο που τρίβεται πάνω σε σίδερο. Ένα χέρι με οδήγησε μέσα στο δωμάτιο μου. Ανοιγόκλεισα πολλές φορές τα μάτια μου για να προσδιορίσω τον χώρο που βρισκόμουν. Η πόρτα έκλεισε πίσω μου. Ξάπλωσα στο πάτωμα. Τα βρεμένα μου μαλλιά έσταζαν στους ώμους μου και με έκαναν να κρυώνω. Έσφιξα τα δόντια μου επειδή άρχισαν να χτυπούν μεταξύ τους και κουκουλώθηκα σε μια μικρή μπάλα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προσπάθησα να ζεστάνω τα χέρια μου. Έκλεισα τα μάτια μου και ανασηκώθηκα. Ακούμπησα στο τοίχο πίσω μου και άνοιξα ξανά τα μάτια μου. Δεν υπήρχε καμία διαφορά. Το μόνο που έβλεπα ήταν το ατέλειωτο σκοτάδι να με πνίγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φαντάστηκα ότι βρίσκομαι στον κήπο μας και βοηθώ τον πατέρα μου να μαζέψει γογγύλια. Ήταν πριν μόλις λίγες μέρες που η σκηνή αυτήν δεν ήταν παρά μόνο μια ανάμνηση αλλά πραγματικότητα. Τότε είχα μόλις αρχίσει να βλέπω τόσο συχνά αυτά τα απαίσια όνειρα που μου στέρησαν την οικογένεια μου. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και άφησα ένα δάκρυ να γλιστρήσει στο μάγουλο μου. Σε λίγο είχα αποκοιμηθεί με την εικόνα χιλιάδων πολύχρωμων λουλουδιών γύρω μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βρισκόμουν σε ένα μεγάλο κήπο, με δέντρα, λουλούδια και καταπράσινο γρασίδι. Κάποια κελαηδίσματα πουλιών σε συνδυασμό με το θρόισμα των φύλλων ήταν το μόνο που ακουγόταν στο χώρο. Με αναγνώρισα ξανά από το λακκάκι στο μάγουλο μου. Ήμουν σε μεγαλύτερη ηλικία καθισμένη στον ίσκιο κάτω από ένα δέντρο. Άφηνα τις αχτίνες που περνούσαν μέσα από τα καταπράσινα φύλλα να χτυπούν το πρόσωπο μου. Έκλεισα τα μάτια μου και άφησα τον ήλιο να ζεστάνει το πρόσωπο μου. Ξαφνικά άκουσα κάποιον να κάθεται δίπλα μου. Δεν έδωσα σημασία. Το μόνο που έκανα ήταν να ανοίξω τα μάτια μου κοιτάζοντας τα κομμάτια του μπλε ουρανού ανάμεσα στα φύλλα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γύρισα το κεφάλι μου στο πλάι και αντίκρισα τα χρυσαφένια μάτια του να με κοιτάζουν. Με πλησίασε και άγγιξε απαλά με τα χείλη του τα δικά μου. Έκλεισα τα μάτια μου και ανταπέδωσα το φιλί. Ένιωσα την ζεστασιά να καλύπτει κάθε σημείο του κορμιού μου. Κάθε αίσθηση κατέρρευσε καθώς τα χείλη του απαλά φιλούσαν τα δικά μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε απομακρύνθηκε. Άγγιξε απαλά το χέρι μου. Ένιωσα μόνο κρύο να με κατακλύζει. Απομάκρυνα το χέρι μου από το δικό του και τον κοίταξα στα χρυσάφι του μάτια. Ένιωσα ένα ρίγος φόβου να διαπερνά το κορμί μου. Τα χείλη μου ήταν παγωμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άνοιξα τα μάτια μου. Σκοτάδι. Προσπάθησα να επικεντρώσω κάπου το βλέμμα μου για να μπορέσω να διακρίνω το δωμάτιο γύρω μου. Για πρώτη φορά από όταν άρχισα να βλέπω τα όνειρα με τον νεαρό με τα χρυσά μάτια δεν ένιωθα θαλπωρή να κατακλύζει το κορμί μου. Το μόνο που ένιωθα ήταν κρύο. Κοίταξα ανήσυχη τριγύρω. Δεν ήξερα πόση ώρα είχε περάσει. Ανασηκώθηκα και αφουγκράστηκα. Δεν ακουγόταν τίποτε. Πέρασα το χέρι μου μέσα από τα στεγνά πλέον μαλλιά μου και ακούμπησα πάλι πίσω. Ήταν το πιο όμορφο όνειρο που είχα δει με τον νεαρό με τα χρυσαφένια μάτια και όμως αντί να νιώθω όμορφα ένιωθα μόνο κρύο. Προσπάθησα να καταλάβω πόση ώρα είχε περάσει. Αν είχαν φέρει το φαγητό μου και η Σαμάνθα είχε βγει και με περίμενε μόνη μέσα στο σκοτάδι;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σηκώθηκα και ψηλάφισα την περιοχή κοντά στην πόρτα. Δεν υπήρχε τίποτα εκτός από το πέτρινο δάπεδο. Δεν είχαν έρθει ακόμα. Κάθισα πάλι στο πάτωμα και μιας και δεν είχα τίποτα να κάνω για να περάσω την ώρα μου προσπάθησα να αναλύσω το πιο όμορφο όνειρο που είχα δει ποτέ. Αν ο άντρας με τα χρυσά μάτια δεν υπάρχει τότε όλα αυτά τα όνειρα είναι ανούσια. Ότι έχω δει όμως έχει συμβεί άρα γιατί τόσα πολλά όνειρα για κάτι που δεν θα συμβεί; Και αν η Σαμάνθα έκανε λάθος και υπήρχαν άντρες στο άσυλο; Το όνειρο αυτό ήταν το πιο παράξενο που είχα δει μέχρι τώρα. Γιατί να νιώθω τόσο κρύο καθώς τον άγγιξα; Σχεδόν ακόμη μπορούσα να νιώσω το κρύο να απλώνεται στα χείλη μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τις σκέψεις μου διάκοψε ένας σφυριχτός ήχος. Ίσα που ακούστηκε αλλά απλώθηκε στο μικρό δωμάτιο μου κάνοντας αντίλαλο τριγύρω στους τοίχους. Για πρώτη φορά από όταν είχα έρθει, άρχισα να φοβάμαι το σκοτάδι. Ο ήχος ακούστηκε ξανά μόνο που αυτήν την φορά κράτησε περισσότερο και ήταν πιο δυνατός. Μαζί με αυτόν ακολούθησε ο γνωστός ήχος από σίδερο που τριβόταν σε σίδερο. Ένα δροσερό ρεύμα αέρα με τύλιξε και άκουσα κάτι να ακουμπάει στο έδαφος. Είχαν έρθει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σηκώθηκα και κράτησα την αναπνοή μου. Έφτασα δίπλα στην πόρτα και άπλωσα το χέρι μου. Εκεί που κανονικά έπρεπε να υπήρχε η ξύλινη επιφάνεια της πόρτας υπήρχε μόνο κενό. Με ένα μεγάλο βήμα γλίστρησα έξω από το δωμάτιο ακριβώς την στιγμή που άκουσα ξανά τον γνώριμο ήχο. Στάθηκα δίπλα στην πόρτα περιμένοντας να ακούσω αυτόν που είχε ανοίξει την πόρτα να φεύγει. Άκουσα τον ήχο βημάτων που όλο και γινόταν πιο σιγανός. Έπειτα άκουσα ξανά αλλά πολύ πιο μακριά τον ήχο από σίδερο που τρίβετε πάνω σε σίδερο. Τα είχα καταφέρει. Είχα βγει από το δωμάτιο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
άρχισα να βηματίζω δίπλα στο τοίχο ψηλαφώντας προσεχτικά για την πόρτα του δωματίου της Σαμάνθας. Ήταν ακριβώς δίπλα από το δικό μου, άρα δεν θα ήταν μακριά. Αφουγκράστηκα προσεχτικά για να ακούσω την αναπνοή της αλλά το μόνο που ακουγόταν ήταν τα βήματα της γυναίκας που όλο και απομακρυνόταν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σαμάνθα;» ψιθύρισα με την σκέψη ότι ίσως να μην είχε καταφέρει να βγει από το δωμάτιο της, να περνάει από το μυαλό μου. Απότομα ένα χέρι μου έκλεισε το στόμα. Ένιωσα ένα ρίγος φόβου να διαπερνάει όλη την πλάτη μου. Γύρισα απότομα και αντίκρισα μέσα στο σκοτάδι την λάμψη των ματιών της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σσς.» Μέσα στα σκοτάδια οτιδήποτε λέμε μεταδίδεται σε όλο τον χώρο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με τρόμαξες.» ψιθύρισα και σχεδόν αμέσως την είδα ξανά να μου κλείνει το στόμα. «Έλα.» είπε και με έπιασε από το χέρι. Άρχισε να τρέχει στο σκοτάδι αφήνοντας με να προσπαθώ να ακολουθήσω το γρήγορο βήμα της. Το χέρι της όλο και με τραβούσε περισσότερο και με το ζόρι ισορροπούσα με στο απόλυτο σκοτάδι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πρέπει να είχε πάει αρκετές φορές εκεί που πηγαίναμε, γιατί έδειχνε να ξέρει ακριβώς που να στρίψει ακόμα και στο σκοτάδι. Ξαφνικά σταμάτησε. Άφησε το χέρι μου. «Μείνε εδώ.» ψιθύρισε και άκουσα τα βήματα της να απομακρύνονται. Παρέμεινα ολομόναχη στο σκοτάδι. Μετά από λίγο ένα χέρι έπιασε ξανά το δικό μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα βρήκα τον δρόμο.» είπε και άρχισε πάλι να περπατάει αργά αυτήν την φορά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Που πάμε;» κατάφερα επιτέλους να αρθρώσω. Δεν απάντησε. Την ακολουθούσα όταν ξαφνικά είδα μια μικρή αχτίδα φωτός να φωτίζει τα μάτια της. Στρίψαμε σε μια γωνία που αχνοφαινόταν στο μισοσκόταδο που επικρατούσε πλέον. Αντίκρισα ένα μεγάλο παράθυρο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο ήλιος περνούσε από μέσα του φωτίζοντας το διάδρομο. Μια σειρά από πολλά παράθυρα ακολουθούσαν φωτίζοντας ένα διάδρομο που μου φαινόταν ατέλειωτος. Άφησε το χέρι μου και πέρασε στο ηλιόλουστο διάδρομο. Εγώ πλέον δεν κοιτούσα εκείνη. Δεν κοιτούσα καν μέσα στο άσυλο. Το βλέμμα μου πλανιόταν σε όλο το τοπίο έξω από τα παράθυρα, καθώς περνούσα στον ηλιόλουστο διάδρομο. Είχα να δω έστω και μια αχτίδα φωτός από όταν είχα μπει εδώ. Το μόνο που έβλεπα καθώς κοιτούσα έξω ήταν απέραντα λιβάδια πράσινου. Κάποια λουλούδια και δέντρα διέκοπταν την απόλυτη πράσινη μονοτονία. Το άσυλο ήταν κτισμένο έξω από το Μπρούκλιν σε μια απέραντη έκταση πράσινου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έστρεψα το βλέμμα μου στα απέναντι παράθυρα καθώς παράλληλα έτρεχα για να προλάβω την Σαμάνθα. Το τοπίο εκεί ήταν διαφορετικό. Μια τεράστια λιθόστρωτη αυλή, προφανώς αυτή που είχαμε διασχίσει πριν μπούμε στο κτήριο όταν είχα πρωτοέρθει εδώ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα σχεδόν φτάσαμε.» είπε η Σαμάνθα κοιτώντας παράλληλα πίσω της ανήσυχη. «Κάτι ακούγεται.» ψέλλισε και προσπάθησα ταυτόχρονα να αφουγκραστώ. Βήματα. Κάποιος μας πλησίαζε. Αν έστριβε τώρα θα μας έβλεπε. Κοίταξα μακριά στο διάδρομο από όπου είχαμε έρθει και είδα μια σκιά να πλησιάζει. Η Σαμάνθα με έπιασε από το χέρι και άρχισε να τρέχει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έστριψε σε έναν σκοτεινό διάδρομο που φωτίζονταν αχνά από το φως που περνούσε από τα παράθυρα. Άρχισε πάλι να βηματίζει αργά και σε λίγο το μισοσκόταδο μας τύλιξε πάλι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Νομίζω δεν βγήκαμε από τον δρόμο.» είπε καθώς παράλληλα κοιτούσε τριγύρω. «Από εδώ.» Μου έδειξε ένα ακόμη πιο στενό διάδρομο. Το σκοτάδι ήταν πυκνότερο εδώ. Ξαφνικά μέσα στο απόλυτο μισοσκόταδο άρχισε να διακρίνεται μια παλιά ξύλινη σκάλα. Η Σαμάνθα προσεχτικά ανέβηκε το πρώτο σκαλί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα τρίξιμο διαπέρασε το σκοτάδι μέχρι τα αφτιά μου. Την ακολούθησα και προσεχτικά προσπαθώντας να ισορροπήσω με μόνη βοήθεια την σκοροφαγωμένη κουπαστή ανέβηκα την σκάλα. Οδηγούσε σε μια τρύπα στο ταβάνι. Είδα την Σαμάνθα να χάνεται μέσα της. Τεντώθηκα και έπιασα το χείλος της τρύπας με τα χέρια μου. Έσπρωξα με όση δύναμη είχα τον εαυτό μου προς τα πάνω. Γλίστρησα μέσα στην τρύπα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
το πρώτο που αντίκρισα μόλις ανέβηκα πάνω ήταν μια τεράστια άδεια σοφίτα. Το ξύλινο πάτωμα ήταν σκονισμένο και είχε τρύπες. Η ημικλινής στέγη ήταν γεμάτη ιστούς. Κατά μήκος ολόκληρης της σοφίτας υπήρχαν κάποια μεγάλα παράθυρα. Ήταν τόσο βρώμικα που το φως με το ζόρι διαπερνούσε από μέσα τους. Είδα την Σαμάνθα να κάθεται μπροστά από ένα παράθυρο ακουμπώντας σε ένα δοκάρι της στέγης που είχε καταρρεύσει στο πάτωμα. Κάθισα διπλα της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτούσε έξω σχεδόν μαγεμένη. Είχε σκουπίσει με το φόρεμα της το παράθυρο και μπορούσες έξω να δεις από ψηλά όλο τον χώρο που περιέβαλλε το άσυλο. Στο βάθος φαίνονταν κάποια πολύ ψηλά κτήρια. Όλο το υπόλοιπο τοπίο περιλάμβανε λιβάδια με κάποια διάσπαρτα δέντρα και χωράφια και ένα λιθόστρωτο δρόμο που ξεκινούσε από την αυλή του ασύλου, περνούσε από τις περίτεχνες καγκελόπορτες και κατέληγε στα απέραντα λιβάδια. Συνεχιζόταν φιδογυριστό σαν ποτάμι μέχρι την πόλη. Ο δρόμος αυτός ήταν η μόνη μας διέξοδος από το άσυλο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν εδώ ήταν το μέρος που ήθελες να με φέρεις;» δεν απάντησε αμέσως. Κοιτούσε έξω το γαλάζιο του ουρανού και έμοιαζε να έχει απορροφηθεί από τον φως του ηλίου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι.» είπε χωρίς να με κοιτάξει. «Εδώ είναι το μόνο μέρος που μπορώ να έρχομαι και να νιώθω ελεύθερη. Να ξεφεύγω από το απόλυτο σκοτάδι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι πανέμορφα.» είπα κοιτάζοντας και εγώ έξω από το παράθυρο. Ένιωθα επιτέλους ευτυχισμένη. Σηκώθηκα και γυρνώντας γύρω γύρω σε όλα τα παράθυρα, τα καθάριζα με την άκρη τους φορέματος μου. Σε λίγο το δωμάτιο είχε γεμίσει φως. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθισα ξανά δίπλα στην Σαμάνθα και κοίταξα τριγύρω χαζεύοντας όλο τον κόσμο απέξω. Πλέον ήταν σαν να πετούσαμε πάνω από το άσυλο και να βλέπαμε όλη την περιοχή τριγύρω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άφησα τις αχτίδες του ηλίου να χαϊδέψουν το σώμα μου και επιτέλους ένιωσα ζεστασιά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν Σαμάνθα-» προσπάθησα να αρχίσω την συζήτηση. «Γιατί βρίσκεσαι εδώ; Εννοώ στο άσυλο;» όσο και αν προσπάθησα η αμηχανία σκάλιζε ακόμα την φωνή μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν απάντησε. Κοιτούσε ακόμα έξω συγκεντρωμένη σε κάθε τι που συναντούσε το βλέμμα της σαν να προσπαθούσε να βρεθεί εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όταν γεννήθηκα ζούσα με την οικογένεια μου σε μια μεγάλη φάρμα στην Αριζόνα. Ήμουν μοναχοπαίδι αλλά είχα πολλούς φίλους εκεί. Ήμουν μόλις τεσσάρων όταν-» Διέκοψε όσα έλεγε και έκλεισε τα μάτια της. Συνέχισε να μιλάει έχοντας τα μάτια της κλειστά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έπιασε φωτιά στην φάρμα και κάηκαν τα πάντα. Η μητέρα μου χάθηκε στην φωτιά.» Είδα κάτι να γυαλίζει ανάμεσα στα βλέφαρα της και μια διαμαντένια σταγόνα έτρεξε στο μάγουλο της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο πατέρας μου έπειτα άρχισε να πίνει και εγώ έμενα μόνη στο μικρό σπίτι που είχαμε για τα ζώα στην άκρη της φάρμας. Ήταν το μόνο που σώθηκε από την φωτιά.» Με κοίταξε στα μάτια. Τα δικά της σμαραγδένια μάτια ήταν θολά από τα δάκρυα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έπειτα τρελάθηκε και ήρθαν και με πήραν. Με έφεραν εδώ. Νομίζω όμως πως είναι καλύτερα. Έρχομαι εδώ, έχω γυρίσει σχεδόν όλο το άσυλο. Περνάω καλύτερα σε σχέση με το πως περνούσα από όταν η μητέρα μου έφυγε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έκανε μια παύση και κοίταξε ξανά έξω. Δεν μίλησα. Κοίταξα μαζί της τον καταγάλανο ουρανό και προσπάθησα να ακούσω το ρυάκι που έτρεχε ανάμεσα στα λιβάδια. Εξέλαβα μόνο σιωπή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πως έμοιαζαν;» ψιθύρισα προσπαθώντας να την κάνω να ξεχάσει τις άσχημες στιγμές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η μητέρα μου είχα πανέμορφα μαλλιά σαν τα δικά μου πριν τα κόψουν. Ήταν μπούκλες και συνήθως τα είχε μαζεμένα πάνω. Όλοι έλεγαν ότι μοιάζαμε αλλά εγώ πιστεύω ότι ήταν πολύ πιο όμορφη.» έκανε μια παύση ξανά σαν να προσπαθούσε να αλλάξει όσα είχαν συμβεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Και ο πατέρας σου;» είπα όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να προλάβω ένα δάκρυ που τρεμόπαιζε κάτω από τα βλέφαρα της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα για αυτόν. Τα περισσότερα ήταν από όταν η μητέρα μου ζούσε. Έπειτα όταν άρχισε να πίνει προσπάθησα να τον ξεχάσω. Είχε καταγάλανα μάτια. Το χρώμα άνοιγε γύρω από τις κόρες σαν μια αφρισμένη θάλασσα. Παρόλα αυτά τα μάτια μου δεν μοιάζουν καθόλου με τα δικά του. Δεν ξέρω καν αν του μοιάζω έστω και λίγο.» Ακολούθησε για άλλη μια φορά μόνο σιωπή. Ήταν προφανές ότι δεν ήθελε να μιλήσει για αυτούς. Δεν ήθελε να μιλήσει για το παρελθόν της. Ήταν λογικό. Εξάλλου ούτε εγώ ήθελα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έστρεψα ξανά το βλέμμα μου έξω. Δεν χόρταινα να βλέπω τον ήλιο και το καταγάλανο χρώμα του ουρανού. Η Σαμάνθα κοιτούσε τις σκιές που σχηματίζονταν στο πάτωμα καθώς το φως περνούσε μέσα από το τζάμι. Προσπάθησα να φανταστώ τους γονείς της. Η εικόνα ήρθε μπροστά μου την ίδια στιγμή που ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνά όλο μου το σώμα. Το κρύο με κατάκλεισε ξανά. Ο πατέρας της έμοιαζε υπερβολικά πολύ με τον άντρα στο τραίνο. Κοίταξα ξανά έξω προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν ήταν ο ίδιος. Την σιωπή έσπασε η Σαμάνθα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εσύ γιατί είσαι εδώ;» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξεροκατάπια. Δεν μπορούσα να της μιλήσω για τα όνειρα. Μπορεί να πίστευε και εκείνη όπως και όλοι ότι δεν ήμουν καλά. Ίσως να έχανα την μόνη φίλη που είχα εδώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σαμάνθα, έχεις δει ποτέ κάποιο όνειρο που είναι τόσο ζωντανό που πιστεύεις ότι θα βγει αληθινό;» καθώς άρθρωνα τις λέξεις κατάλαβα ότι αν ήταν πραγματική μου φίλη θα με δεχόταν όπως ακριβώς είμαι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι, νομίζω είχα δει. Σταμάτησα να βλέπω όνειρα από όταν όλα χάθηκαν στην φωτιά.» απέστρεψε ξανά το βλέμμα της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν εμένα μου συμβαίνει συνέχεια. Και τις περισσότερες φορές το όνειρο βγαίνει αληθινό.» άφησα τις λέξεις να αιωρηθούν για λίγο στον αέρα. Ένιωσα μια πικρίλα να καταβαίνει από την γλώσσα μου μέχρι τον λαιμό μου. Όλα τα όνειρα βγήκαν αληθινά εκτός από αυτά με τον νεαρό με τα χρυσά μάτια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν; Και είναι λόγος αυτός για να βρίσκεσαι εδώ;» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σαμάνθα δεν καταλαβαίνεις. Είναι περισσότερο σαν οράματα. Ξαφνικά νιώθω τις αισθήσεις μου να χάνονται και βλέπω κάτι που τελικά συμβαίνει. Μερικές φορές αυτό γίνεται καθώς κοιμάμαι. Άλλες φορές απλά όταν στέκομαι.» Την είδα να σαστίζει. Έκλεισε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια της σαν να έκανε μια άσχημη σκέψη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μα αυτό είναι χάρισμα. Για αυτό βρίσκεσαι εδώ;» με κοιτούσε σαστισμένη. Ίσως να πίστευε ότι αν είχε εκείνη το χάρισμα όπως το αποκάλεσε να προέβλεπε το μέλλον θα ήξερε για την φωτιά και ίσως να μην ήταν σήμερα εδώ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι για αυτό βρίσκομαι εδώ. Πίστεψαν ότι είμαι τρελή. Ο κληρικός στον καθεδρικό είπε στον πατέρα μου ότι ίσως να έχω πρόβλημα.» Αυτή που έκανε τώρα συνεχώς παύσεις ήμουν εγώ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ξέρεις και ο πατέρας μου έπινε πολύ.» ήταν το τελευταίο που είπα. Δεν ήθελα να το συζητήσω άλλο. Δεν ήθελα να της πω ότι η μητέρα μου με θεωρούσε νεκρή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Την είδα να ψαχουλεύει κάτι στην τσέπη του φορέματος της. Έβγαλε ένα κομμάτι από ψωμί. Ήταν θρυμματισμένο και έμοιαζε πλέον με παξιμάδι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Που το βρήκες αυτό;» την ρώτησα και αμέσως κατάλαβα ότι φάνηκα γελοία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν πήρες μαζί το φαγητό που σου άφησαν; Σκεφτόμουν μόνο για απόψε να μείνουμε εδώ. Εξάλλου δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στα δωμάτια μας πριν από αύριο.» Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. Τα χέρια της πίεσαν το σκληρό ξέρω κομμάτι ψωμί. Ψίχουλα πετάχτηκαν παντού πάνω της αλλά κατάφερε να κόψει το ψωμί σε δυο ίσα μέρη. Μου έτεινε το ένα κομμάτι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ορίστε.» είπε και ξεκίνησε αμέσως να μασουλάει το δικό της. Προσπάθησα να κόψω ένα κομμάτι με τα δόντια μου αλλά ήταν πολύ σκληρό. Αναγκαστικά έκοβα μικρά κομμάτια με τα χέρια μου μέχρι να φάω και την τελευταία μπουκιά. Στο τέλος είχαμε γεμίσει και οι δυο μας ψίχουλα. Απομείναμε να κοιτάμε τον ήλιο καθώς έδυε πίσω από τα τεράστια κτήρια της πόλης, στο βάθος πέρα από τα λιβάδια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι τελευταίες ηλιαχτίδες φωτός χάθηκαν από τον ουρανό και μείναμε να κοιτάζουμε τα μωβ και πορτοκαλί χρώματα που σχηματίζονταν στον ορίζοντα. Το σκοτάδι κατάλαβε ξανά την θέση του φωτός. Μόνο που αυτή την φορά το σκοτάδι δεν ήταν ενιαίο. Την απέραντη άβυσσο σκοταδιού έσπαζαν χιλιάδες αστέρια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξάπλωσα στο πλάι με την πλάτη μου να ακουμπάει το πεσμένο δοκάρι της στέγης. Η Σαμάνθα ξάπλωσε δίπλα μου. Είχαμε να πούμε έστω και μια λέξη για πολύ ώρα. Κοιτούσαμε απλά τον απέραντο ουρανό. Καθώς κοιτούσα τα αστέρια στο μυαλό μου επανερχόταν συνεχώς τα τελευταία λόγια που άκουσα από τα χείλη του πατέρα μου. Άλις στόχευε τα αστέρια. Έκλεισα τα μάτια μου με την εικόνα των χιλιάδων αστεριών στον απέραντο κατάμαυρο ουρανό. Προσπάθησα να φανταστώ τον εαυτό μου ανάμεσα στα χιλιάδες αστέρια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Την απόλυτη σιωπή διέκοψε η Σαμάνθα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις ξέρεις-» έκανε μια μικρή παύση σαν να προσπαθούσε να κατατάξει τις λέξεις στο μυαλό. Άφησα το βλέμμα μου να κυλήσει από τον ουρανό στα καταπράσινα της μάτια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι η μόνη πραγματική φίλη που είχα ποτέ.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα λόγια της πλανήθηκαν για λίγο στον αέρα. Η αλήθεια των λέξεων της με έκανε να συνειδητοποιήσω πως τελικά δεν ξεκινούσα μια καινούργια δυστυχισμένη ζωή. Ούτε η πανέμορφη ζωή μου γινόταν ξαφνικά άσχημη. Συνέχιζα την ζωή που είχα και πριν μόλις λίγες μέρες. Με τις άσχημες αλλά και όμορφες στιγμές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Και εσύ.» ψιθύρισα μόνο αφήνοντας το αεράκι που περνούσε από μια χαραμάδα στα παράθυρα να συμπληρώσει την υπόλοιπη φράση. Έκλεισα ερμητικά τα μάτια μου. Έπειτα από λίγο η ανάσα της Σαμάνθας επιβραδύνθηκε. Είχε αποκοιμηθεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε λίγο αποκοιμήθηκα και εγώ χωρίς καθόλου όνειρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γλίστρησα μέσα στο δωμάτιο. Άφησα την αναπνοή σαν βγει ξανά ελεύθερη από τα πνευμόνια μου. Η μυρωδιά της σκόνης και του ξύλου που διάχυτη πλανιόταν στην σοφίτα ήταν ακόμη στα ρουθούνια μου. Πριν μόλις λίγα λεπτά ήμουν εκεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξύπνησα σήμερα το πρωί, για πρώτη φορά από όταν ήρθα εδώ, με τις αχτίδες του ηλίου να χτυπάνε τα μάτια μου. Καθίσαμε με την Σαμάνθα επί ώρες απλά κοιτάζοντας το φως και τις απέραντες εκτάσεις πράσινου γύρω από το άσυλο. Κάθισα στο κρύο πέτρινο πάτωμα και ακούμπησα στον τοίχο πίσω μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το σκοτάδι στο δωμάτιο πλέον δεν με έπνιγε. Η εικόνα του ήλιου ήταν ακόμη αποτυπωμένη στο μυαλό μου. Ψαχούλεψα δίπλα μου να δω τι είχαν φέρει. Έπιασα ένα κρύο μεταλλικό κύπελλο. Χωρίς να σκεφτώ τι μπορεί να είχε μέσα το έφερα γρήγορα στα χείλη μου. Διψούσα τόσο πολύ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το υγρό έβρεξε την γλώσσα μου και κατέβηκε ως τον λαιμό μου. Είχε παράξενη γλυφή γεύση αλλά είχα τουλάχιστον λίγο νερό. Δίπλα από το ποτήρι υπήρχε ξανά ένα κομμάτι ψωμί και αυτήν την φορά ένα μήλο. Τύλιξα το μήλο στο μαντήλι μου και το έβαλα στην τσέπη του φορέματος μου. Θα το έτρωγα αύριο όταν με την Σαμάνθα θα ανεβαίναμε ξανά στην σοφίτα. Έκλεισα τα μάτια μου και βύθισα τα δόντια μου στο ξερό κομμάτι ψωμί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*** &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επόμενες μέρες πέρασαν στο ίδιο επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Κάθε μέρα έβγαινα από το δωμάτιο μου και πηγαίναμε με την Σαμάνθα στην σοφίτα. Είχα μόλις αρχίσει να την γνωρίζω και την ένιωθα ήδη σαν κάποιον δικό μου. Περνούσαμε ώρες κοιτάζοντας από τα παράθυρα και συζητώντας για χιλιάδες θέματα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοιτούσα συνεχώς το λιθόστρωτο δρομάκι με την ελπίδα κάποιος άντρας να εμφανιστεί. Δεν είχα πειστεί ακόμη ότι ο άντρας με τα χρυσά μάτια δεν υπάρχει, αν και τα όνειρα είχαν πλέον σταματήσει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το συνεχές μοτίβο έσπαζαν μόνο κάποια μικρά περιστατικά που όμως τα αποζητούσα έστω για να σπάσει η μονοτονία. Είχα αρχίσει να συνηθίζω την καινούργια μου ζωή ή πιο σωστά όπως με έκανε να καταλάβω η Σαμάνθα τα καινούργια δεδομένα στην ζωή μου. Παρόλα αυτά ποτέ δεν έπαψα να αναζητώ κάθε φορά που έβγαινα με την Σαμάνθα από το δωμάτιο μου τον άντρα με τα χρυσά μάτια. Ήθελα να μάθω ποιος είναι και γιατί τον βλέπω συνεχώς στα όνειρα μου. Ο άντρας όμως με τα χρυσαφένια μάτια όσο και αν το αποζητούσα δεν εμφανίστηκε ποτέ.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-690427694005659420?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/690427694005659420/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=690427694005659420' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/690427694005659420'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/690427694005659420'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2011/02/blog-post.html' title='Στοχεύοντας Τα Αστέρια'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-Nf4GeTdSFPA/TeFGxnV6q9I/AAAAAAAAAU8/YqrbE-xlNt8/s72-c/rstreet_0056-2b.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-2233513801630959544</id><published>2011-01-15T19:41:00.003+02:00</published><updated>2011-02-26T16:50:52.363+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Christmas Gold Dust'/><title type='text'>Christmas Gold Dust</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TTHVitgL1tI/AAAAAAAAAQc/cyPOOoFaeYc/s1600/edward-bella.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="177" n4="true" src="http://1.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TTHVitgL1tI/AAAAAAAAAQc/cyPOOoFaeYc/s320/edward-bella.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; 2o Mέρος&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Αντίστροφη Mέτρηση &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Bella&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;s POV&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;Τα λόγια της Άλις αντηχούσαν ακόμα μέσα στο κεφάλι μου. Ήμουν ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου κοιτώντας την ξύλινη οροφή. Ακόμα δεν μπορούσα να πιστέψω ότι μια ώρα πριν τον είχα δει. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι τον είχα ξαναδεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το βλέμμα μου έπεσε στο ξύλινο κομοδίνο όπου το χαρτάκι με το τηλέφωνο του ξάπλωνε δίπλα μου και ανέμενε να πληκτρολογήσω τον αριθμό. Αύριο το βράδυ θα τον ξαναέβλεπα. Δεν ήξερα πραγματικά εάν όταν με κοιτούσε ένιωθε το ίδιο συναίσθημα που χόρευε κάτω από την δική μου ψυχή, αλλά γιατί η Άλις να πιστέψει ότι είναι ερωτευμένος μαζί μου;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα τον νυχτερινό ουρανό έξω από το παράθυρο. Κάποιες χιονονιφάδες έπεφταν απαλά στο τζαμί του παράθυρου. Προσπάθησα να επικεντρώσω το βλέμμα μου στον παράξενο χορό τους και να τον αφήσω να με αποκοιμίσει αλλά δεν μπορούσα να το κάνω. Όσο σκεφτόμουν ότι θα τον ξαναδώ και ότι υπήρχε έστω και μια παραμικρή περίπτωση να νιώθει το ίδιο που νιώθω και εγώ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η λογική έλεγε ότι είναι παράλογο. Ότι δεν γίνετε να είμαι ερωτευμένη με έναν άνθρωπο που ξέρω μόλις δυο ημέρες. Που δεν ξέρω τίποτα για αυτόν. Αλλά η ψυχή μου διαφωνούσε με την λογική.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το πρωί η μυρωδιά από κάτι που ψηνόταν στην κουζίνα με ανάγκασε να σηκωθώ από το κρεβάτι. Ο ήλιος έξω είχε μόλις αρχίσει να βγαίνει. Όλη την νύχτα δεν είχα κοιμηθεί δευτερόλεπτο. Έπρεπε σήμερα να ξεκουραστώ αν ήθελα να μην αποκοιμηθώ στο ταξί καθώς θα πήγαινα να συναντήσω τον Έντουαρντ σήμερα το βράδυ. Στην ανάμνηση του ονόματος του ένιωσα ένα κόμπο να σφίγγεται στο στομάχι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βγήκα από το δωμάτιο και πήγα προς την κουζίνα. Η Άλις ανακάτευε μια κρέμα σε ένα μπολ και παράλληλα κοιτούσε κάτι που ψηνόταν στον φούρνο. Μύριζε σαν χοιρινό με κάποια γλυκιά σάλτσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλημέρα.» είπε τραγουδιστά δίνοντας μου το αλεύρι. Άνοιξα το κρυστάλλινο βάζο και άρχισα να ρίχνω στην κρέμα που ανακάτευε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι θα κάνεις απόψε;» με ρώτησε κάνοντας μου παράλληλα νόημα να σταματήσω να ρίχνω αλεύρι γιατί η κρέμα είχε αρχίσει να σβολιάζει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εσύ τι λες;» έκανα μια παύση και λες και υπήρχε περίπτωση να απαντήσει στην αυτονόητη ερώτηση μου και συνέχισα. «Θα του τηλεφωνήσω και θα πάμε κάπου για ένα ποτό.» Το είπα υπερβολικά ενθουσιασμένη και συνέχισα να μιλάω διακόπτοντας αυτό που ετοιμαζόταν να πει. «Η απορία είναι τι θα κάνεις εσύ το βραδύ;» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τέλειωσα την ερώτηση μου τονίζοντας υπερβολικά την λέξη εσύ. Αγνόησε την ερώτηση και συνέχισε αυτό που ετοιμαζόταν να πει πριν την διακόψω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Το μεσημέρι θα πρέπει να μαγειρέψεις εσύ. Εγώ δεν έχω χρόνο να μας μαγειρέψω. Πρέπει να ετοιμάσω το δείπνο. Θα καλέσω τον Τζάσπερ για φαγητό.» άφησε την φωνή της να ανέβει μια οκτάβα ανακοινώνοντας τον ενθουσιασμό της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακούμπησε στο πάγκο το μπολ με την κρέμα και έπιασε ένα ταψάκι. Άρχισε να ρίχνει μέσα την κρέμα. Έφυγα από την κουζίνα και κάθισα στο καθιστικό. Δεν είχα ιδέα τι να κάνω για να περάσω την μέρα μέχρι επιτέλους το βράδυ να τον συναντήσω. Τελικά κατέληξα να περάσω την μέρα βοηθώντας την Άλις με την μαγειρική. Τουλάχιστον είχα τα χέρια μου απασχολημένα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βγήκα από το ταξί αφήνοντας και παραπάνω φιλοδώρημα. Παραπάτησα για λίγο στο πεζοδρόμιο προσπαθώντας να ισορροπήσω πάνω στις πανύψηλες γόβες που μου είχε φορέσει η Άλις με το ζόρι σχεδόν. Κοίταξα τον δρόμο αναζητώντας το bar που θα συναντιόμασταν. Ήταν κοντά στην παναγία των Παρισίων. Κοίταξα τον επιβλητικό καθεδρικό και κατευθύνθηκα προς ένα στενάκι δίπλα. Το bar με περίμενε χωμένο μέσα σε ένα μικρό στενό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπήκα μέσα κοιτώντας το πλήθος που χόρευε στην αίθουσα. Ήταν σαν μια συμπαγής μάζα που χοροπηδούσε στον ρυθμό της μουσικής. Αναζήτησα με το βλέμμα μου τον Έντουαρντ καθώς άφηνα στην υποδοχή το λευκό παλτό μου. Δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα περισσότερο από τον κόσμο που στριμωχνόταν για να χορέψουν. Το λιγοστό φως ερχόταν από μια μπάλα της ντίσκο που γυρνούσε συνεχώς στην οροφή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χώθηκα μέσα στο πλήθος προσπαθώντας να το διαπεράσω και παράλληλα να ισορροπήσω πάνω στις γόβες. Παραπάτησα και κατέληξα στο πάτωμα. Σηκώθηκα με πολύ δυσκολία ισιώνοντας το κόκκινο φόρεμα μου. Έσκυψα και έβγαλα τις γόβες μου. Τις κράτησα στα χέρια και ξυπόλητη πλέον πήγα προς της μπάρα. Ένας νεαρός που ανακάτευε κοκτέιλ με χαιρέτησε μόλις κάθισα σε μια από τις ψηλές καρέκλες που πλαισίωναν τον μακρύ πάγκο. Κοίταξα τριγύρω αναζητώντας τα πράσινα μάτια του αλλά δεν μπορούσα να διακρίνω τίποτα περισσότερο από μορφές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είδα κάποιον να με πλησιάζει. Κάθισε δίπλα μου και με κοίταξε σαν να ετοιμαζόταν να με φάει. σηκώθηκα και κάθισα πιο πέρα. Και τότε τον είδα να μπαίνει. Κάθε φορά που τον αντίκριζα ήταν σαν ο χρόνος να σταματούσε. Μπορούσα να δω τις μορφές σταματημένες στο αέρα καθώς ετοιμάζονταν να πέσουν στο έδαφος έπειτα από ένα ακόμα χοροπηδητό στον ρυθμό της μουσικής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το μόνο που είχε σημασία ήταν τα χαλκόχρυσα μαλλιά του καθώς ανέμιζαν πλησιάζοντας με. Το αχανές βάθος στα πράσινα μάτια του. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου μην μπορώντας να μιλήσει για ένα δευτερόλεπτο. Όπως και εγώ έτσι και εκείνος δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη σαν να είχε μαγευτεί από την ίδια του την ομορφιά. Τα λόγια τη Άλις πέρασαν για ένα δευτερόλεπτο από το μυαλό μου. Αν δεν μπορούσε να μιλήσει μαγεμένος από την δίκια μου ομορφιά στα δικά του μάτια;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αποκλείεται να ήταν ερωτευμένος μαζί μου είπα στον εαυτό μου ξανά και ξανά επαναφέροντας τον στην πραγματικότητα. Τον άφηνα ξανά να τρέφει φρούδες ελπίδες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν;» κατάφερα να ψελλίσω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γεια σου Μπέλλα.» είπε το όνομα μου αργά σαν να μην ήθελε να το αφήσει να πέσει από τα χείλη του. «Λοιπόν σήμερα θα μπορέσω να μάθω περισσότερα για εσένα. Ή το αντίστροφο.» είπε χαμογελώντας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν εγώ σπουδάζω στο Παρίσι. Τώρα θα κλείσω το τρίτο έτος. Εσύ δουλεύεις κάπου;» Δε απάντησε αμέσως. Σαν να δίσταζε, σαν να είχα θίξει την μόνη ερώτηση που δεν μπορούσε να απαντήσει. Ή απλά σαν να κατάταξε τις σκέψεις στο μυαλό του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταζε τα ποτά πίσω από τον πάγκο καθώς μιλούσε. Σαν να φοβόταν να με κοιτάζει στα μάτια. «Σπουδάζω και εγώ.» είπε τελικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εδώ στο Παρίσι;» ρώτησα αμέσως. Τον είδα να με κοιτάζει λίγο σαν να φοβόταν να μιλήσει αλλά τελικά άρθρωσε τις λέξεις. Με χτύπησαν σαν την πιο δυνατή χιονοθύελλα που έχει περάσει ποτέ από την γη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν σπουδάζω στο Παρίσι Μπέλλα.» τον κοίταξα στασιασμένη πονώντας ακόμα από την χιονοθύελλα που είχε ξεσπάσει πάνω μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Που σπουδάζεις;» κατάφερα να ψιθυρίσω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Στην Νέα Υόρκη.» είπε αμέσως σαν να ήθελε να το βγάλει από μέσα του. Τον κοίταξα σαστισμένη. Το βλέμμα μου έμεινε πάνω στα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια που ήταν πλεγμένα γύρω από την κουπαστή που πλαισίωνε τον πάγκο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δηλαδή είσαι εδώ μόνο για λίγο εννοώ σαν τουρίστας;» τα λόγια με πονούσαν καθώς έβγαιναν από τα χείλη μου. Κάθε λέξη χτύπησε μέσα μου με δύναμη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι ακριβώς. Είμαι εδώ για δυο μήνες. Ήρθα για κάποια εργασία σχετικά με την σχολή.» έκανε μια παύση αφήνοντας το χρόνο να κυλήσει σαν δροσερό ρυάκι μέσα από τα λόγια που θα επακολουθούσαν ξεπλένοντας τα. «Θα φύγω πίσω για την Νέα Υόρκη την παραμονή πρωτοχρονιάς.» Τα λόγια με το ζόρι βγήκαν μέσα από τα δόντια του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε λιγότερο από δυο εβδομάδες ψιθύρισα στον εαυτό μου για να χωνέψει καλύτερα ότι το θαύμα των Χριστουγέννων είχε γίνει ήδη μια φορά. Τον είχα ξαναδεί. Θα ήταν παράλογο στην ισορροπία μεταξύ της τάξης των πραγμάτων να ξανασυμβεί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δηλαδή μετά θα φύγεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι.» ψιθύρισε. Έγνεψα αποφασιστικά στον εαυτό μου. Θα ζούσα την κάθε στιγμή αφήνοντας την σκέψη ότι θα έφευγε θαμμένη στο μυαλό μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Και-» προσπάθησα να βρω ένα θέμα για να αλλάξω κουβέντα. «Έχεις αδέρφια;» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι έχω έναν αδερφό τον Έμετ. Ζει με του γονείς μου Έσμι και Καρλάιλ στο Λονδίνο.» Το είπε με χαρά που είχαμε αλλάξει επιτέλους κουβέντα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η βραδιά κύλησε πολύ ευχάριστα. Από την στιγμή και έπειτα που είχα θάψει πολύ βαθιά μέσα μου το γεγονός ότι μας απόμεναν δυο εβδομάδες όλα ήταν υπέροχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*** &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γύρισα το κλειδί στην κλειδαριά. Από μέσα ακουγόταν θόρυβος. Άνοιξα την πόρτα και άφησα την ζεστασιά του σπιτιού να με κατακλείσει. Στα χείλη μου είχα ακόμα την γλύκα μιας μοναδικής βραδιάς. Όσο ήταν θαμμένο βεβαία μέσα μου το γεγονός ότι απέμεναν δυο εβδομάδες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έκλεισα πίσω μου την πόρτα και ανέβηκα την σκάλα. Είδα την Άλις στην τραπεζαρία να μαζεύει δυο κεριά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πως πήγε;» ρώτησα. Την είδα να ξαφνιάζεται. Δεν είχε καταλάβει ότι είχα επιστρέψει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εγώ θα έπρεπε να το ρωτήσω αυτό.» είπε με ένα χαμόγελο στα χείλη της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υπέροχα.» είπα. Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη μου. Θα έφευγε σε δυο εβδομάδες. Η σκέψη δεν μπόρεσε να μείνει άλλο θαμμένη μέσα στο μυαλό μου. ξεπήδησε καταστρέφοντας την όμορφη γεύση της βραδιάς. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δηλαδή σχεδόν.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι συνέβη;» ρώτησε η Άλις αφήνοντας ξανά στο τραπέζι τα πιάτα που είχε μόλις σηκώσει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν περάσαμε υπέροχα. Συζητήσαμε για όλα τα ενδιαφέροντα μας έμαθα πολλά για αυτόν.» τελείωσα την πρόταση αφήνοντας την ανολοκλήρωτη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σπουδάζει;» ρώτησε με ενθουσιασμό η Άλις. Δεν απάντησα κοίταξα για λίγο το πάτωμα και έπειτα την κοίταξα στα μάτια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι.» είπα τελικά εντελώς κοφτά και κοιτάζοντας ξανά το πάτωμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι σπουδάζει;» συνέχισε η Άλις τις ερωτήσεις γεμάτη ανυπομονησία. Δεν απάντησα. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια και προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου πως όλα τελειώνουν εδώ. Σε δυο εβδομάδες δεν θα ήταν εδώ πλέον. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις σε δυο εβδομάδες θα φύγει.» η φωνή μου έσπασε στο τέλος και με τα δάκρυα να αυλακώνουν τα μάγουλα μου συνέχισα «Σπουδάζει στην Νέα Υόρκη.» την είδα να με κοιτάει σαστισμένη. Ήρθε και έβαλε τα χέρια της γύρω από τους ώμους μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα δεν πειράζει έτσι και αλλιώς ούτε καν τον ξέρεις. Απορώ πως έστω πίστεψες ότι τον έχεις ερωτευτεί με μια μόνο ματιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Άλις είχε δίκιο. Αποδεικνυόταν για μια ακόμη φορά πως οι ρομαντικές κομεντί έκαναν λάθος. Ακόμα και αφού τον είχα συναντήσει ξανά ακόμα και αν ήταν ερωτευμένος μαζί μου όπως πιστεύει η Άλις θα ερχόταν κάποιο εμπόδιο να καταστρέψει το παραμύθι. Απελευθερώθηκα από τα χέρι της και πήγα στο καθιστικό. Κάθισα στον καναπέ και κοίταξα τα λαμπιόνια καθώς αναβόσβηναν γύρω από τα κλαδιά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μάτια μου θόλωναν από τα δάκρυα. η Άλις δεν ήρθε να με παρηγορήσει. Ήξερε πως θα το έκανε χειρότερο. Δεν μπορούσα να αφήσω αυτό να με στεναχωρήσει. Θα ζούσα την κάθε στιγμή μαζί του και όταν έφευγε θα ήταν μόνο μια ευχάριστη ανάμνηση. Η πιο ευχάριστη της ζωής μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το κινητό μου δονήθηκε στην τσέπη μου αποσπώντας με από τις σκέψεις μου. Κοίταξα την αναγνώριση κλήσης. Ο αριθμός του. Σκούπισα με το λευκό παλτό μου τα δάκρυα μου και τίναξα μακριά από τα πόδια μου τα γοβάκια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Παρακαλώ;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε Μπέλλα ξέρεις-» δεν ολοκλήρωσε την πρόταση σαν να δίσταζε. Συνέχισε αργά αργά ζυγιάζοντας την κάθε λέξη. «Σκεφτόμουν αν θέλεις και δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις να συναντηθούμε αύριο ξανά.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φυσικά.» απάντησα εμφανώς ενθουσιασμένη. «θα τα πούμε αύριο στις δέκα.» έκλεισα το τηλέφωνο και ξάπλωσα στον καναπέ. Αυτό θα έκανα. Θα ζούσα την κάθε στιγμή. Ακόμα και όταν του μιλούσα ένιωθα αυτόν τον ηλεκτρισμό να περνάει από μέσα μου. Έπρεπε να το παραδεχτώ. Ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Αποκοιμήθηκα αφήνοντας τον ρυθμό των λαμπιονιών καθώς αναβόσβηναν να με νανουρίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επόμενες μέρες μέχρι και την παραμονή Χριστουγέννων κύλησαν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Κάθε βράδυ συναντιόμασταν στο bar και ένιωθα όλο και πιο ερωτευμένη μαζί του. Είχα σφραγίσει ερμητικά την σκέψη ότι μας απόμεναν δυο εβδομάδες και απλά απολάμβανα την κάθε απλή στιγμή. Σύμφωνα με όσα περιέγραφα στην Άλις επέμενε ότι και εκείνος είναι τρελά ερωτευμένος μαζί μου. Κάθε στιγμή που περνούσε πίστευα ακόμα περισσότερο στις ρομαντικές κομεντί. Είχαμε γίνει οι καλύτεροι φίλοι. Ίσως και κάτι παραπάνω. Αν και ακόμα δεν είχα τολμήσει να του πω πως ένιωθα για εκείνον. Ακόμα δεν ήμουν ούτε εγώ σίγουρη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έτσι κύλησαν όλες οι μέρες μέχρι και την προπαραμονή Χριστουγέννων. Καθόμασταν στο bar πίνοντας δυο κοκτέιλ φράουλα. Για μια ακόμη φορά επέμεινε να πάρει ότι και εγώ και πλήρωσε αυτός στο τέλος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αύριο τι θα κάνουμε;» ρώτησα με το βλέμμα μου καρφωμένο στην άβυσσο των δικών του πράσινων ματιών. «Σκεφτόμουν να κάνουμε κάτι πιο ιδιαίτερο μιας και είναι παραμονή Χριστουγέννων.» συμπλήρωσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θέλεις να πάμε κάπου να φάμε;» ρώτησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι σκεφτόμουν κάτι πιο ζεστό. Μπορούμε να καθίσουμε στο σπίτι μου στον καναπέ και να δούμε κάποια ταινία.» Η Άλις έτσι και αλλιώς είχε κανονίσει να βγει με τον Τζάσπερ οπότε το σπίτι θα ήταν άδειο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ωραία λοιπόν θέλεις να περάσω αύριο από το σπίτι σου κατά τις εννέα;» ρώτησε και δεν μπόρεσε να κρύψει μια νότα ενθουσιασμού που χόρευε στην φωνή του. Έβγαλα το χαρτί που είχε γράψει το τηλέφωνο του την βραδιά στο εστιατόριο και σημείωσα με ένα στύλο την διεύθυνση. Πήρε το χαρτάκι και το έβαλε στην τσέπη του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από εκείνο το δευτερόλεπτο και μετά μέχρι και να του ανοίξω την πόρτα το επόμενο βράδυ η ανυπομονησία ήταν το κυριότερο συναίσθημα που ένιωθα. Μόλις άνοιξα την πόρτα αντίκρισα τα υπέροχα ρούχα που φορούσε. Ένα λευκό λιτό πουκάμισο και ένα τζιν παντελόνι. Με ακολούθησε ανεβαίνοντας την σκάλα. Καθίσαμε στον καναπέ. πήρα το χειριστήριο δίνοντας εντολή να αρχίσει η ταινία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχα νοικιάσει εκείνο το πρωί το christmas carol. Στην αρχή δεν παρακολουθούσα. Το βλέμμα μου είχε μαγνητιστεί από το αχανές βάθος των ματιών του. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα έφευγε σε λιγότερο από μια εβδομάδα. Την παραμονή πρωτοχρονιάς. Σχεδόν σε πέντε μέρες. Γύρισα ξανά το βλέμμα μου προς την οθόνη διώχνοντας με το ζόρι αυτήν την σκέψη από μέσα μου. Προσπάθησα να παρακολουθήσω τον πρωταγωνιστή καθώς μιλούσε σε ένα άλλο πρόσωπο αλλά δεν μπορούσα να προσέξω την εικόνα που προβαλλόταν στην οθόνη όταν ένιωθα την ζέστη του κορμιού του δίπλα μου. Απέμεναν πέντε μέρες. Θα της έκανα τις πιο ευτυχισμένες στην ζωή μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μην ξέροντας τι θα μπορούσα να προκαλέσω με τα λόγια μου στο εαυτό μου όταν θα έφευγε άρθρωσα τις λέξεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έντουαρντ.» γύρισε να με κοιτάξει. άρθρωσα τις λέξεις μην αντέχοντας να τις κρατάω άλλο. «Σ' αγαπώ.» οι λέξεις αιωρήθηκαν στον αέρα. Με κοίταξε. Δεν μιλούσε αλλά μπορούσα να δω μια μικρή στιγμιαία σπίθα να πετάγεται ανάμεσα σε εκείνη την άβυσσο του πράσινου στα μάτια του. Έπειτα με το βλέμμα του έδειξε την οροφή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα κλαδί από γκι κρεμόταν από ένα δοκάρι της ξύλινης στέγης. Δεν μίλησε. Απλά με πλησίασε και τα χείλη του ανεπαίσθητα άγγιξαν τα δικά μου. Ρούφηξα την γλυκιά αίσθηση που ένιωθα καθώς τον φιλούσα. τα χείλη μας είχαν γίνει ένα. Απομακρύνθηκε και κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό μου. Ένιωσα τα μάγουλα μου να καίνε και η ζέστη των χειλιών του χάιδευε ακόμη τα δικά μου. Η Άλις είχε δίκιο. Ήταν ερωτευμένος μαζί μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα χείλη μας ενώθηκαν ξανά και με τα δάχτυλα του απαλά σαν να φοβόταν μην με πληγώσει έβγαλε το κόκκινο πουλόβερ που φορούσα. Τα δάχτυλα μου βρέθηκαν να παίζουν με τα κουμπιά του πουκαμίσου του. Το ξεκούμπωσα τελείως και το έβγαλα από πάνω του. Η θέα του γυμνού κορμιού του με μάγεψε. Τα χείλη μου απομακρύνθηκαν από τα δικά του και χάζεψα το μοναδικά σμιλεμένο του σώμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συνεχίζοντας να φιλάω με πάθος τα χείλη του ξεκούμπωσα το εσώρουχο μου. Το αφαίρεσα με απλές κινήσεις χωρίς να δίνω σημασία στο τι έκανα. Σημασία τώρα είχε μόνο εκείνος και τα χείλη του που άγγιζαν με αγάπη τα δικά μου. Φορώντας πλέον μόνο το τζιν μου όπως και εκείνος άφησα τον έαυτο μου να κολλήσει πάνω του. Ένιωθε και ένιωθα κάθε πτυχή του σώματος μας καθώς αγγιζόταν. Σχεδόν είχαμε γίνει ένα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξεκούμπωσα το τζιν μου και το πέταξα χωρίς να κοιτάω στο πάτωμα. Σταμάτησα να τον φιλάω και άφησα το χνότο μου να χαϊδέψει τον λαιμό του. Με κοίταξε και άρθρωσε την πρώτη λέξη που άκουσα από τα χείλη του από την στιγμή που οι λέξεις σ' αγαπώ βγήκαν από τα δικά μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κι εγώ.» το είπε με λιτότητα σαν να το ήξερε πολύ καιρό. Σαν να το ήξερε από την πρώτη στιγμή που τον συνάντησα. Από όταν έγραψε με καλλιγραφικά γράμματα τον αριθμό του πάνω στο μικρό χαρτάκι που έβγαλε από την τσέπη του. Από όταν με άκουσε να αρθρώνω δυνατά τα συναισθήματα που και εκείνος ένιωθε, επιβεβαιώνοντας ότι νιώθω το ίδιο με αυτόν. Με είχε προειδοποιήσει ότι θα φύγει πληγώνοντας τον ίδιο του τον εαυτό φοβούμενος μην πληγώσει έμενα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ζεστή του ανάσα χτύπησε πάνω μου καθώς άρθρωσε αυτές τις μοναδικές λέξεις. Είδα τα δάχτυλα του να ξεκουμπώνουν το παντελόνι του. Το έβγαλε και χωρίς να μιλήσει αφαίρεσε τελείως και το εσώρουχο του αφήνοντας το γυμνό σώμα του τελείως ακάλυπτο. Το βλέμμα μου χάιδεψε το σώμα του στο παραμικρό σημείο. Κόλλησα περισσότερο το σώμα μου πάνω του και ένιωσα μέσα από το λεπτό ύφασμα του εσώρουχου, την επιθυμία μου για εκείνον να εκδηλώνεται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα δάχτυλα μου άγγιξαν την δαντέλα και τον παρακάλεσα με το βλέμμα μου να αφαιρέσει το εσώρουχο μου. Έπιασε απαλά με τα χέρια του τα δικά μου και το κατέβασε μέχρι κάτω πετώντας το στο πάτωμα. Κόλλησα το κορμί μου πάνω του και άγγιξα απαλά τα χείλη του με το δάχτυλο μου. Τα δικά μου χείλη έδωσαν ένα απαλό φιλί στον λαιμό του και άρχισα να καταβαίνω με τα χείλη μου αγγίζοντας κάθε σημείο του σμιλεμένου σώματος του. Μόλις έφτασα λίγο πιο πάνω από το αφαλό απομακρύνθηκα και του έδωσα ένα ακόμα απαλό φιλί στον λαιμό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το φύλο μου άρχισε ήδη να αναζητεί το δικό του και ένιωσα το συναίσθημα που περνούσε ανάμεσα από τα βλέμματα μας την πρώτη φορά που τον είδα, να διατρέχει ολόκληρο το κορμί μου. Τον ποθούσα όσο τίποτε άλλο. Πριν αγγίξω ξανά τα χείλη του ευχήθηκα, έχοντας προσηλωμένο το βλέμμα μου στην χρυσόσκονη που στόλιζε τα κλαδιά του χριστουγεννιάτικου δέντρου για να μην αποπροσανατολιστώ από το βλέμμα του, να πάγωνε ο χρόνος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Να έμενα εκεί κολλημένη στην αγκαλιά του νιώθοντας την θέρμη του σώματος του να αγκαλιάζει το δικό μου. Όταν θα έφευγε και εγώ θα έμενα πίσω θα περνούσα τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μου. Γιατί θα πονούσα που τον έχασα. Ο πόθος συγκλόνισε τις σκέψεις μου και άφησα τον εαυτό μου να τον αποζητήσει. Η ευχή μου ακουγόταν ακόμα μέσα στο κεφάλι μου καθώς του έδινα ένα φιλί για να τον ενθαρρύνω να συνεχίσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα φύλα μας ενώθηκαν σαν να ήταν φτιαγμένα ακριβώς για αυτό. Ένιωσα την θέρμη συνδυασμένη με ένα ηλεκτρικό κύμα, σαν να με χτύπησε κεραυνός, να διαπερνάει το κορμί μου. Ξάπλωσα πίσω ακλουθώντας στις κινήσεις του σώματος του καθώς έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άφησα μια μικρή κραυγή ευχαρίστησης να πλημμυρίσει τα χείλη μου. Την έσβησε με ένα φιλί. Έκλεισα τα μάτια μου και ευχήθηκα όσο πιο δυνατά μπορούσα σχεδόν ουρλιάζοντας μέσα στο κεφάλι μου να έμενε για πάντα μαζί μου. Καθώς έφτανε στην ολοκλήρωση άφησε ένα μικρό επιφώνημα πόθου που πλημμύριζε με αγάπη να ξεφύγει από τα χείλη του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπειτα η ηδονή συγκλόνισε τα πάντα μέσα μου και το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν πόσο ερωτευμένη ήμουν μαζί του. Άφησα το κεφάλι του να ξεκουραστεί πάνω μου χαϊδεύοντας με τα χέρια μου τα μαλλιά του. Ένιωσα ένα κύμα να μας διαπερνά. Ήμασταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σ’ αγαπώ.» ψιθύρισε και άγγιξε απαλά τα χείλη του με τα δικά μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξύπνησα το πρωί από τον ήλιο που μπήκε από την μεγάλη τζαμαρία του καθιστικού. Ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ φορώντας μόνο τα εσώρουχα. Κοίταξα για τον Έντουαρντ αλλά δεν ήταν στο δωμάτιο. Σηκώθηκα διώχνοντας τα μαλλιά από τα μάτια μου. Είχα ερωτευτεί κάποιον που μετά βίας ήξερα. Η σκέψη αυτή κυριαρχούσε σε κάθε γωνία του μυαλού μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αλλά ήμουν σίγουρη πλέον για αυτό. Τον είχα ερωτευτεί. Βγήκα στο διάδρομο. Από την κουζίνα δεν ακουγόταν τίποτα. Η Άλις η δεν είχε γυρίσει ή ήταν ακόμη ξαπλωμένη. Κοίταξα το ρολόι που ήταν κρεμασμένο πάνω από την σκάλα. Οι δείχτες έδειχναν δέκα και μισή. Ήταν πολύ αργά για την Άλις. Έπρεπε ήδη να είχε ξυπνήσει. Κοίταξα την κρεμάστρα. Το παλτό που φορούσε χθες ήταν κρεμασμένο ανάμεσα στα αλλά. Έλειπε μόνο το μαύρο γιλέκο της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε ήδη ξυπνήσει και είχε βγει. Γύρισα στο καθιστικό. Ο Έντουαρντ είχε φύγει και αυτός; Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι χθες το βράδυ κοιμήθηκα φιλώντας τα χείλη του. Κοίταξα το καθιστικό και αντίκρισα πάνω σε ένα κλαδί του δέντρου ένα χαρτί. Ήταν εκείνο που είχε γράψει το τηλέφωνο μου την νύχτα στο εστιατόριο. Και από κάτω εγώ είχα γράψει με μεγάλα αδέξια γράμματα την διεύθυνση του σπιτιού. Το γύρισα από την άλλη και είδα με τα γράμματα του Έντουαρντ ένα μήνυμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;em&gt;‘Συγγνώμη έπρεπε να φύγω. Πρέπει να περάσω από την βιβλιοθήκη για να τελειώσω την εργασία για την σχολή. Εξάλλου σε τέσσερις μέρες θα φύγω.’ &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε εκείνο το σημείο τα γράμματα γίνονταν πιο δυσνόητα σαν να μην ήθελε να αναφέρει το γεγονός ότι θα έπρεπε να γύρισει πίσω στην νέα Υόρκη. Συνέχισα την ανάγνωση του μηνύματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;em&gt;‘Θα τα πούμε το βράδυ κάτω από την παναγία των Παρισίων στις δέκα παρά πέντε. Έχει πανσέληνο’&lt;/em&gt; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απέμεινα να κοιτάω το μήνυμα και ήδη άρχισα να νιώθω την ανυπομονησία να κατακλύζει το σώμα μου. Κάτω από το μήνυμα του Έντουαρντ διέκρινα ένα άλλο με τα ευδιάκριτα γράμματα της Άλις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;em&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;‘Ελπίζω να πέρασες υπέροχα. Έχω πάει για ψώνια. Πρέπει να φορέσω κάτι πανέμορφο το βράδυ. Θα λείπεις από το σπίτι και σκέφτηκα να καλέσω τον Τζάσπερ.’&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από δίπλα ήταν ζωγραφισμένο ένα μικρό χαμογελαστό πρόσωπο που έκλεινε το ένα μάτι. Δεν είχα ιδέα τι ώρα γύρισε η Άλις. Πρέπει να με είδε με τα εσώρουχα αγκαλιά με τον Έντουαρντ. Προσπάθησα να θυμηθώ τι φορούσε ο Έντουαρντ χθες το βράδυ λίγο πριν αποκοιμηθώ. Μα ναι δεν φορούσε τίποτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αιώνια Άλις, σκέφτηκα χαμογελαστά και άφησα ξανά το μήνυμα στο κλαδί του δέντρου. Δεν μπορούσε να είναι λίγο διακριτική; Πέρασα την υπόλοιπη μέρα περιμένοντας την Άλις να γυρίσει. Προσπάθησα να φτιάξω κάτι που όπως ανέφερε το βιβλίο συνταγών ήταν ραβιόλι με μανιτάρια. Το αποτέλεσμα ούτε καν πλησίαζε με αυτό που έδειχνε η φωτογραφία. Απέμεινα να τρώω όταν άκουσα την εξώπορτα να ανοίγει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είδα την Άλις να ανεβαίνει την σκάλα κρατώντας πολλές τσάντες με ψώνια. Ξεχώρισε μια μαύρη που απέξω έγραφε με χρυσά γράμματα : Armani.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σου πήρα κάτι και για το βράδυ.» είπε ενθουσιασμένα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις-» δεν ολοκλήρωσα το κήρυγμα που ετοιμαζόμουν να της κάνω. Δεν πρόκειται να καταλάβαινε ποτέ. Και ειδικά σήμερα δεν ήθελα να τσακωθώ μαζί της για την τεράστια σπάταλη χρημάτων που κάνει αγοράζοντας πανάκριβα ρούχα που δεν θα ξαναφορούσα ποτέ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πέρασα το υπόλοιπο απόγευμα προσπαθώντας να αφηγηθώ στην Άλις ότι έγινε χθες το βράδυ παραλείποντας τι έγινε με έμενα και τον Έντουαρντ αν και έδειχνε να γνωρίζει εφόσον τον είχε δει να κοιμάται γυμνός στην αγκαλιά μου ενώ εγώ ήμουν με τα εσώρουχα. Ήλπιζα να μην είχε δει τίποτα η έστω να ήταν διακριτική και να γύρισε αλλού το βλέμμα της. Δεν μπορούσα όμως να κάνω κήρυγμα στην άλλης. Όχι τώρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ανυπομονούσα να τον ξαναδώ. Τα δυσδιάκριτα όμως γράμματα που ήταν αποτυπωμένα πάνω στο χαρτάκι που στόλιζε ένα κλαδί του χριστουγεννιάτικου ελάτου που υπενθύμιζαν ότι απέμεναν μόνο τέσσερις μέρες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βγήκα από το ταξί με μόνο φως το φεγγαρόφωτο και διέσχισα την πλατεία έξω από το καθεδρικό. Τον είδα να κάθεται στα μαρμάρινα σκαλιά και να με κοιτάει καθώς φορούσα το κοντό μαύρο φόρεμα που μου είχε πάρει η Άλις. Ήταν τόσο στενό που σχεδόν ήταν σαν δεύτερο δέρμα μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπλεξα αμήχανα τα χέρια μου γύρω από το κολιέ με τα μπριγιάν που φορούσα στο λαιμό μου. Κάθισα δίπλα του κοιτάζοντας ότι και αυτός. Την πανσέληνο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα.» ξεκίνησε πρώτος. Διέκρινα στην μεθυστική φωνή του ένα τόνο διστακτικότητας. Σαν να μην ήθελε να αρθρώσει τις λέξεις που θα ακολουθούσαν. Σαν κάποιος να τον ανάγκαζε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε λιγότερο από τέσσερις μέρες.» έκανε μια παύση σαν να σκεφτόταν αφήνοντας με να καταλάβω ποιος τον ανάγκαζε. Η μοίρα. Τον άκουσα καθώς συνέχιζε με όλο και πιο διστακτικό τόνο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε τρεις σχεδόν πλέον, θα φύγω. Πρέπει να γυρίσω πίσω. Οπότε-» Δεν συνέχισε την φράση του. Κοίταξε την πανσέληνο και έπειτα εμένα. Δεν μπορούσα να μιλήσω. Ήξερα τι ετοιμαζόταν να πει και ήταν προφανές πως δεν ήθελε ούτε ο ίδιος να το κάνει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μήπως είναι καλύτερα να σταματήσουμε εδώ;» συνέχισε και τα λόγια βγήκαν από το στόμα του σαν να πονούσε καθώς έλεγε την κάθε συλλαβή. «Ήδη όταν θα φύγω θα νιώσω πιο μόνος από ποτέ. Πιο πληγωμένος από ποτέ γιατί θα αφήνω ένα κομμάτι μου πίσω. Όσο πιο περισσότερο προχωράμε τόσο πιο πολύ θα πονάω μετά καθώς σε αποχωρίζομαι.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε δίκιο για το ήξερα ότι και εγώ θα πονούσα το ίδιο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Το ξέρω.» είπα ψιθυριστά σαν να μην ήθελα να ενοχλήσω το φως της πανσέληνου καθώς κατέβαινε σε εμάς. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πονάω ακριβώς το ίδιο.» Απομείναμε να μην κοιτιόμαστε. Ψιθύρισε τις τελευταίες λέξεις πριν φύγει με πολύ δυσκολία σαν ένας κόμπος στον λαιμό του να απειλούσε να τον πνίξει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φεύγω την Κυριακή το βράδυ στη δώδεκα ακριβως.» Τα λόγια αιωρήθηκαν στον αέρα για αρκετή ώρα πριν τελικά απαντήσω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δηλαδή θα αλλάξεις τον χρόνο μέσα σε ένα αεροπλάνο;» τα λόγια ίσα που ακούστηκαν καθώς τα μουρμούριζα μέσα από τα χείλη μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όπως φαίνεται.» είπε και έκλεισε τα μάτια του. Έστρεψα ξανά το βλέμμα προς την σελήνη και έκλεισα για ένα δευτερόλεπτο και τα δικά μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αντί για σκοτάδι όμως είδα κάτι να λαμπυρίζει σαν κάποιος να έριξε μέσα στο σκοτάδι μια χούφτα χρυσόσκονη. Όταν άνοιξα τα μάτια μου δεν ήταν εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπρεπε να είχα προετοιμάσει τον εαυτό μου καθώς το ήξερα από την αρχή. Εκείνη την νύχτα στο bar μου το είπε και ήξερε και ο ίδιος πως έπρεπε να τελειώσει. Αλλά ποιος από τους δυο μπορούσε να πληγώσει τον εαυτό του; Τελικά το έκανε ο Έντουαρντ. Μόνο που πλέον πλήγωνε και εμένα το ίδιο. Αλλά είχε δίκιο. Κάθε λεπτό που περνάει κάνει τον πόνο που θα νιώθαμε μετά μεγαλύτερο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τις τελευταίες τρεις μέρες ήμουν συνεχώς στην ίδια κατάσταση. Κυκλοφορούσα γύρω γύρω προσπαθώντας να δείχνω χαρούμενη ειδικά σήμερα που ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς αλλά δεν τα κατάφερνα και πολύ καλά. Η Άλις έκανε ότι μπορούσε για να με παρηγορήσει αλλά ήξερε πως ένιωθα. Όπως ακριβώς θα νιώθε και εκείνη αν έφευγε ο Τζάσπερ και ήξερε ότι δεν θα τον ξαναέβλεπε ποτέ ξανά. Όσο και αν προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου να τον ξεχάσει ήταν μάταιο. Παρότι είχα προετοιμαστεί από την αρχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθόμουν δίπλα στην Άλις που προσπαθούσε όρθια μπροστά στον καθρέπτη της να αποφασίσει τι θα φορούσε απόψε που θα περνούσε την πρωτοχρονιά με τον Τζάσπερ. Είχε καλέσει και εμένα και παρότι επέμενε να την ακολουθήσω αρνήθηκα. Προτιμούσα να περάσω την βραδιά στο σπίτι παρά με τον Τζάσπερ και την Άλις να μου θυμίζουν ακόμα περισσότερο πόσο μόνη είμαι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν τελικά να βάλω αυτό-» μου έδειξε το κόκκινο μακρύ φόρεμα που κρατούσε και συνέχισε τείνοντας το άλλο φόρεμα που κρατούσε στο άλλο χέρι «Ή αυτό;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις δεν ξέρω πραγματικά και τα δυο είναι πολύ όμορφα. Φόρεσε όποιο νομίζεις εσύ.» είπα κοφτά και γύρισα ξανά το βλέμμα μου στο πάτωμα. Άφησε τα φορέματα πάνω στην καρέκλα και κάθισε δίπλα μου στο κρεβάτι. Τύλιξε το χέρι της γύρω από τον ώμο μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα το ήξερες ότι θα έφευγε. Δεν μπορείς πλέον να κάνεις κάτι. Δεν είναι προτιμότερο να συνεχίσεις την ζωή σου ευτυχισμένη από το να αλλάξεις τον χρόνο έτσι;» έδειξε με το χέρι της εμένα. Είχε δίκιο. Έπρεπε να κάνω κάτι να το ξεχάσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όλο το υπόλοιπο απόγευμα μέχρι και την στιγμή που η Άλις έφυγε προσπάθησα εκτός από το να δείχνω χαρούμενη να νιώθω κιόλας. Μόλις έφυγε κάθισα στον καναπέ κοιτώντας από την μεγάλη τζαμαρία τον πύργο του Άιφελ. Η ώρα ήταν ακόμη δέκα και μισή. Μην έχοντας τι να κάνω άρχισα να παρακολουθώ το γιορτινό πρόγραμμα του abc. Η ώρα πέρασε αρκετά γρήγορα αν και δεν παρακολουθούσα σχεδόν καθόλου τον παρουσιαστή που ενημέρωνε ξανά και ξανά ότι σε λίγο θα άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση για την αλλαγή του χρόνου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκεφτόμουν μόνο εκείνον. Οι τελευταίες μέρες από την στιγμή που αντίκρισα για πρώτη φορά το βλέμμα του μέχρι και το βράδυ κάτω από την παναγία των Παρισίων ήταν οι πιο όμορφες τις ζωής μου. Δεν μπορούσα απλά να τον ξεχάσω. Όσο ακόμα ένιωθα αυτό το παράξενο κύμα ηλεκτρισμού να διαπερνάει το σώμα μου καθώς τον σκέφτομαι. Έφερα στην μνήμη μου την περσινή πρωτοχρονιά με την οικογένεια μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φορούσα το πουλόβερ που λάτρευε η Ρενέ παρακολουθώντας τον Τσάρλι να μου εύχεται, κρατώντας ένα ποτήρι σαμπάνιας, να πραγματοποιηθούν όλες οι ευχές μου στο Παρίσι. Μια εβδομάδα μετά έφυγα για εδώ και άλλαξα την ζωή μου ολοκληρωτικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κουλουριάστηκα στον καναπέ και άφησα τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια μου. Δώδεκα παρά είκοσι. Ίσως θα έπρεπε ξανά να αλλάξω την ζωή μου περνώντας μια ριψοκίνδυνη απόφαση για να πραγματοποιήσω τις ευχές μου. Ένιωσα ένα πόνο κοντά στο στήθος εκεί που μέχρι πριν λίγο χτυπούσε η καρδιά μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν μπορούσα απλά να τον αφήσω. Σηκώθηκα όρθια και έτρεξα μέχρι το δωμάτιο μου. Έπιασα μια κόκκινη βαλίτσα που ήταν πάνω στην ντουλάπα και την άνοιξα. Άρχισα να την γεμίζω με ρούχα. Δεν κοιτούσα τι έμπαινε μέσα. Πρόσθετα ότι έβρισκα μπροστά μου. Την είδα να γεμίζει και ήμουν πλέον αποφασισμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα μετέφερα τις σπουδές μου στην νέα Υόρκη. Μόλις γέμισε μέχρι πάνω την έκλεισα με δυσκολία και άρπαξα ένα ρούχο από την ντουλάπα. Το τζιν μου, ένα λεπτό λευκό πουκάμισο και ένα σμαράγδι φουλάρι. Τα φόρεσα τρέχοντας παράλληλα προς το καθιστικό. Πλησίασα το χριστουγεννιάτικο δέντρο και άρπαξα το χαρτί με το τηλέφωνο του, την διεύθυνση μου και το μήνυμα που μου είχε αφήσει για να συναντηθούμε στην παναγία των Παρισίων. Το έβαλα στην τσέπη του πουκαμίσου μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βγήκα από το σπίτι φορώντας άτσαλα το παλτό μου και κρατώντας την βαλίτσα μου. Έξω είχε αρχίσει να χιονίζει και το τσουχτερό κρύο μου υπενθύμισε ότι δεν είχα ντυθεί κατάλληλα. Κοίταξα το ρολόι μου. Δώδεκα παρά τέταρτο. Με την βαλίτσα στο χέρι άρχισα να τρέχω κατεβαίνοντας το πεζοδρόμιο μέχρι τον κεντρικό δρόμο. Κοίταξα παντού για ένα ταξί δεν περνούσε όμως ούτε αυτοκίνητο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φυσικά, ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς ποιος θα περνούσε τον χρόνο με έναν άγνωστο σε ένα ταξί; Έτρεξα πίσω προς το σπίτι. Μπήκα μέσα και άρπαξα τα κλειδιά της Πόρσε. Η Άλις είχε πάει με το αυτοκίνητο του Τζάσπερ οπότε ευτυχώς για μένα είχε αφήσει την Πόρσε εδώ. Βγήκα έξω και μπήκα μέσα στο κίτρινο αυτοκίνητο κοιτώντας το ρολόι μου. Δώδεκα παρά δέκα. Γύρισα το κλειδί στην μίζα και ευχήθηκα να έπαιρνε γρήγορα μπροστά η μηχανή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πάτησα το γκάζι όσο πιο πολύ μπορούσα και άρχισα να τρέχω σαν μανιακή στο δρόμο. Δεν υπήρχε περίπτωση να με σταματήσει αστυνομικός παραμονή πρωτοχρονιάς ακόμα και αν είχα περάσει κατά πολύ το ωριό ταχύτητας. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν εκείνος ο δείχτης στο καντράν που έδειχνε δώδεκα παρά επτά λεπτά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πάτησα πιο πολύ το γκάζι και έστριψα αριστερά προς την ταμπέλα του αεροδρομίου Charles de Gaulle. Άρχισα να διακρίνω από μακριά το κτήριο. Έστριψα δεξιά προς το παρκινγκ του αεροδρομίου που ήταν γεμάτο. Πάρκαρα όπου βρήκα σκεφτόμενη ότι όταν θα μιλούσα με την Άλις στο τηλέφωνο θα της υπενθύμιζα να περάσει να το πάρει. Πήρα την βαλίτσα από το κάθισμα του συνοδηγού και άρχισα να τρέχω προς μια από τις εισόδους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα με την άκρη του ματιού μου το ρολόι. Δώδεκα παρά πέντε. Είχα πάρει την σωστή απόφαση. Δεν μπορούσα να αφήσω κάποιον που είχα ερωτευτεί όσο ποτέ ξανά στην ζωή μου. Πέρασα την πόρτα και άρχισα να τρέχω προς την έκδοση εισιτήριων. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια πωλήτρια καθόταν πίσω από το τζάμι παρακολουθώντας σε μια μικρή τηλεόραση τον παρουσιαστή του abc να μετράει αντίστροφα για την αλλαγή του χρόνου. Κοπάνησα το τζάμι με το χέρι μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για την πτήση-» κοίταξα τον πίνακα με τις πτήσεις για να δω τον αριθμό και συνέχισα μιλώντας πιο γρήγορα καθώς έβλεπα τον παρουσιαστή στην τηλεόραση να λέει ξανά και ξανά πως απέμεναν τέσσερα λεπτά. «Για την πτήση 502 για Νέα Υόρκη.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είδα την πωλήτρια να σαστίζει. Σίγουρα για πρώτη φορά στην ζωή της θα είδε κάποιον να έρχεται τέσσερα λεπτά πριν την πτήση και μάλιστα τέσσερα λεπτά πριν την αλλαγή του χρόνου και να ζητάει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φοβάμαι πως δεν θα προλάβετε παρότι υπάρχουν δυο κενές θέσεις.» τα λόγια της διέκοψε μια φωνή από τα μεγάφωνα που ανακοίνωνε πως η πτήση 502 για Νέα Υόρκη θα έχει μισή ώρα καθυστέρηση. Η πωλήτρια έγνεψε και πληκτρολόγησε τα στοιχεία που της έλεγα μιλώντας πιο γρήγορα από ότι μπορούσα βλέποντας το ρολόι να δείχνει δώδεκα παρά δυο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είδα το εισιτήριο να βγαίνει από το μηχάνημα και επιτέλους μου το έδωσε στο χέρι μου. Το άρπαξα και άρχισα να τρέχω ευχόμενη να μην παραπατήσω προς τον έλεγχο αποσκευών. Έβαλα την βαλίτσα μέσα στο μηχάνημα κάτω από το σαστισμένο βλέμμα του ελεγκτή και πέρασα από τον έλεγχο παίρνοντας ξανά την βαλίτσα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άρχισα να τρέχω ακόμα πιο γρήγορα καθώς ακουγόταν από όλες τις τηλεοράσεις στα μαγαζιά με τα αφορολόγητα είδη η φωνή του παρουσιαστή να μετράει αντίστροφα. Δέκα, εννέα… Η βαλίτσα κολλούσε στις γρατζουνιές του μαρμάρινου δαπέδου καθώς έτρεχα με ιλιγγιώδη ταχύτητα οπότε σταμάτησα και την πήρα στα χέρια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένιωθα τον αέρα από τα πνευμόνια μου να τελειώνει. Πέρασα την είσοδο δώδεκα για πτήση 502 προς Νέα Υόρκη ακούγοντας τον παρουσιαστή να μετράει. Πέντε, τέσσερα… &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε ο χρόνος σταμάτησε. Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει. Σχεδόν άκουσα τα κομμάτια καθώς έπεφταν στο έδαφος. Τον είδα να κρατάει μια μαύρη βαλίτσα και να στέκεται δίπλα σε μια υπάλληλο που του έλεγε συνεχώς ότι η πτήση θα αργήσει για μισή ώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άφησα την βαλίτσα να σκάσει στο έδαφος και ακούγοντας τον παλμό της καρδιάς μου που άρχισε ξανά να χτυπάει μαζί με την φωνή του παρουσιαστή να φωνάζει δυο, ένα… προσγειώθηκα στην αγκαλιά του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το μεθυστικό του άρωμα με κατέκλυσε. Ένιωθα ότι βρισκόμουν εκεί ακριβώς που έπρεπε να είμαι και όχι κουλουριασμένη τον καναπέ κλαίγοντας. Πριν προλάβει να καταλάβει τι γινόταν και καθώς άκουσα τον παρουσιαστή να φωνάζει μηδέν… ένωσα τα χείλη μου με τα δικά του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με κοίταξε σαστισμένος και αμέσως ένωσε ξανά τα χείλη του με τα δικά μου. Τον φίλησα απαλά και κούρνιασα στο στήθος του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ευτυχισμένος ο καινούργιος χρόνος.» ψιθύρισα και ξέραμε και οι δυο ότι θα ήταν ο πιο ευτυχισμένος της ζωής μας.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-2233513801630959544?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/2233513801630959544/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=2233513801630959544' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/2233513801630959544'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/2233513801630959544'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2011/01/cristmas-gold-dust.html' title='Christmas Gold Dust'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TTHVitgL1tI/AAAAAAAAAQc/cyPOOoFaeYc/s72-c/edward-bella.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-535142575886352155</id><published>2010-12-25T15:44:00.002+02:00</published><updated>2011-02-24T23:40:06.587+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Christmas Gold Dust'/><title type='text'>Christmas Gold Dust</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TRXzjkdebWI/AAAAAAAAAQA/QhwBgiSw2Mc/s1600/2144254504_950c1d50a5.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="218" n4="true" src="http://2.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TRXzjkdebWI/AAAAAAAAAQA/QhwBgiSw2Mc/s320/2144254504_950c1d50a5.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; 1ο μέρος&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &amp;nbsp;Μαγική στιγμή &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γαλλία, Παρίσι&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Οι Χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις μου μαζεύονται &lt;br /&gt;
και χορεύουν όπως οι νιφάδες χιονιού, κάθε μια&lt;br /&gt;
όμορφη, ξεχωριστή χάνεται σύντομα». &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &amp;nbsp; Deborah Whipp, 1964&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Bella&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;s POV&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;Ήμουν γερμένη στην κουπαστή της γέφυρας κοιτώντας το μαύρο χρώμα του Σηκουάνα καθώς περνούσε με ορμή από κάτω μου. Τα φώτα του στολισμένου Παρισιού αντανακλούσαν πάνω του παίζοντας παιχνιδιάρικα με τους παφλασμούς. Ήταν σαν ένα πολύχρωμο καλειδοσκόπιο μεταξύ του νερού και του φωτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρότι το βλέμμα μου ήταν επικεντρωμένο στα παράξενα χρώματα που έκανε το φως με το νερό το μυαλό μου κοιτούσε ακόμα το αχανές βάθος στα πράσινα μάτια του. Το χαλκόχρυσο χρώμα των μαλλιών του. Πως τα δάχτυλα του περνούσαν μέσα τους. Το λευκό χρώμα του πάγου που είχε η επιδερμίδα του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπρεπε να τον ξαναδώ. Η σκέψη αυτή ούρλιαζε μέσα σε κάθε κύτταρο του σώματος μου από όταν τον είδα σήμερα το απόγευμα για πρώτη φορά. Δεν ήξερα καν το όνομα του. Δεν είχα το παραμικρό στοιχείο σχετικά με το που βρισκόταν αυτήν την στιγμή. Μπορεί να ήταν μόνο ένας τουρίστας που περνούσε από τον δρόμο εκείνη την στιγμή ψάχνοντας για το ταξί που θα τον πήγαινε στο αεροδρόμιο. Πιθανώς τώρα να περίμενε σε κάποια αίθουσα αναμονής το αεροπλάνο που θα τον γυρνούσε πίσω στην πατρίδα του. Ακόμα χειρότερα μπορεί να καθόταν σε μια δερμάτινη πολυθρόνα στην πρώτη θέση ενός υπερπολυτελούς αεροπλάνου πάνω από τον ατλαντικό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χιονονιφάδες άρχισαν να χορεύουν γύρω από το πρόσωπο μου. Έστρεψα το βλέμμα μου στο βιολετί χρώμα του ουρανού καθώς δύει ο ήλιος για να δω χιλιάδες μικρές χιονονιφάδες να πέφτουν στο έδαφος. Έχωσα το μισό πρόσωπο μου κάτω από την ζεστασιά του καρό κασκόλ στο λαιμό μου. Με το χέρι μου έσφιξα το παλτό πάνω στο σώμα μου. Τσουχτερός αέρας διαπέρασε το κορμί μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έσφιξα τα βιβλία της σχολής πάνω στο σώμα μου. Σήμερα ήταν η τελευταία μέρα .Από αύριο θα άρχιζαν επιτέλους οι διακοπές των Χριστουγέννων. Ένιωθα κάπως παράξενα για το γεγονός αυτό. Δεν είχα περάσει ποτέ ξανά Χριστούγεννα στο Παρίσι. Τα Χριστούγεννα στο μικρό χωριό της Αλάσκας που περνούσα συνήθως κάθε χρόνο μέχρι και πέρσι που πέρασα στην σχολή ήταν ανιαρά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε χρόνο όλοι -συμπεριλαμβάνοντας ακόμη και την μητέρα μου Ρενέ που είχε σύμφωνα με την γνώμη της αίσθηση της μόδας- φορούσαν τα ίδια ρούχα. Έκαναν τα ίδια πράγματα και έτρωγαν τα ίδια φαγητά. Ο πατέρας μου Τσάρλι συνήθιζε να λέει ότι τα Χριστούγεννα είναι η μεγαλύτερη γιορτή και πρέπει να γιορτάζετε με όλη την οικογένεια. Μέχρι και τα πρώτα μου Χριστούγεννα δεν ήξερα ότι εννοούσε εντελώς όλη την οικογένεια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άρχισα να τρέχω επειδή το χιόνι άρχισε να πέφτει πιο πυκνό. Χιλιάδες χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια στόλιζαν και τις δυο πλευρές του πολύβουου δρόμου. Χριστουγεννιάτικα τραγούδια ακούγονταν από όλα τα μαγαζιά τα όποια έσφυζαν με κόσμο. Η πρόσοψη του σπιτιού που έμενα με την συγκάτοικο και καλύτερη μου φίλη -πλέον- Άλις άρχισε να διακρίνεται. Έχωσα το ένα χέρι μου στην τσέπη του παλτού μου ψάχνοντας το κλειδί της πόρτας. Έπιασα το μπρελόκ που είχε φτιάξει με επιδεξιότητα η Άλις χρησιμοποιώντας ένα κουμπί μόνο. Πότε δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο αναλογίστηκα καθώς έτρεχα προς την εξώπορτα του σπιτιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα κομμάτι του πεζοδρομίου έξω από το σπίτι καλυπτόταν από πυκνό χιόνι. Φρέναρα την ταχύτητα του βήματος μου αλλά παρά την υπεράνθρωπη προσπάθεια μου, ένιωσα να γλιστράω με φόρα προς το πεζοδρόμιο. Το παγωμένο χιόνι που συνάντησα πέφτοντας με δύναμη στο πεζοδρόμιο είχε δυσάρεστη αίσθηση. Ένιωσα τα χέρια μου να παγώνουν επειδή κατά την πτώση είχαν βουτηχτεί μέσα στο πυκνό χιόνι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σηκώθηκα τινάζοντας από πάνω μου το χιόνι. Έκανα ένα βήμα εμπρός και έβαλα το κλειδί στην σχισμή της κλειδαριάς όταν αντίκρισα ένα μεγάλο στεφάνι από κλαδί ελάτου στολισμένο με μικρές κόκκινες μπαλίτσες να στολίζει την εξώπορτα. Τι έκανε πάλι η Άλις; μουρμούρισα και μπήκα μέσα σκουπίζοντας τα πόδια μου στο χαλάκι της εξώπορτας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το πρώτο που είδα μόλις μπήκα μέσα ήταν χιλιάδες χάρτινες κούτες στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη. Μα τι γινόταν; Δεν είχα καμιά όρεξη για αυτό που ετοίμαζε η Άλις. Ειδικά όταν σκεφτόμουν ότι τον νεαρό που είδα σήμερα το απόγευμα ίσως να μην τον ξαναέβλεπα ποτέ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις;» είπα και συνέχισα να προχωράω στο μισοσκότεινο διάδρομο. Δεν έλαβα καμία απάντηση. Φως έβγαινε από το πάνω δωμάτιο. Η σκάλα ήταν στολισμένη με μια πράσινη γιρλάντα. Λαμπάκια ήταν επίσης πλεγμένα γύρω από την κουπαστή ήταν όμως σβηστά. Άκουσα έναν θόρυβο από πίσω μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια κούτα είχε γλιστρήσει και είχε πέσει στο πάτωμα με ένα γδούπο. Όλο το περιεχόμενο της που περιλάμβανε χιλιάδες μικρές χριστουγεννιάτικες μπαλίτσες είχε αδειάσει στο ξύλινο πάτωμα. Με το μόνο φως να έρχεται από το πάνω δωμάτιο δεν μπορούσα να διακρίνω αν κάτι είχε σπάσει. Άκουσα βήματα από την σκάλα. Είδα την Άλις να κατεβαίνει πανικόβλητη την σκάλα κρατώντας μια μεγάλη κόκκινη γυαλιστερή χριστουγεννιάτικη μπάλα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα;» την είδα να ξαφνιάζεται. Κοίταξε την κούτα που είχε αδειάσει με ένα θλιμμένο βλέμμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έσπασε το μικρό αγγελάκι που μου έδωσε πέρυσι ο Τζάσπερ.» είπε θλιμμένα και κατέβηκε την σκάλα. Έσκυψε και έπιασε ευλαβικά το σπασμένο γυάλινο αγγελάκι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα του πω να μου πάρει άλλο φέτος.» είπε με σιγουριά και άρχισε να μαζεύει την κούτα. Την κοιτούσα με ανοιχτό το στόμα. Οι μικρές χιονονιφάδες που είχαν κάτσει στο παλτό μου είχαν αρχίσει να λιώνουν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι ακριβώς κάνεις;» ρώτησα μισονευριασμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πως πήγε σήμερα στο πανεπιστήμιο;» ρώτησε καθώς μάζευε μια λευκή διάφανη μπάλα και την τοποθετούσε ξανά στο κουτί. Η Άλις είχε τελειώσει από εχθές τα μαθήματα στη σχολή και σήμερα υποτίθεται ότι θα περνούσε την ημέρα με τον αγαπημένο της Τζάσπερ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις πρέπει να σου μιλήσω.» ήθελα να της πω τόσα. Για αυτόν που είδα σήμερα τυχαία έξω από εκείνο το κατάστημα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει κάτι με την σχολή;» τοποθέτησε και την τελευταία μπάλα στο κουτί και το έκλεισε με μια ταινία. Το τοποθέτησε πάλι στην στοίβα μαζί με τα άλλα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ω Άλις ξεχνά την σχολή.» είπα εκνευρισμένα. Την είδα να γυρίζει και να τρέχει προς τα πάνω σαν κάτι να είχε ξεχάσει. Ερχόταν από την κουζίνα μυρωδιά από κάτι καμένο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ω πάει η πουτίγκα μου.» την άκουσα να λέει λυπημένα από πάνω. Ανέβηκα την σκάλα και άφησα πριν πάω στην κουζίνα τα βιβλία μου πάνω στο παλιό ξύλινο γραφείο που είχε τοποθετήσει η Άλις πέρυσι που ασχολούταν με την διακόσμηση του σπιτιού. Όλο το σύνθετο ήταν στολισμένο με μικρά κεριά και λίγα φύλλα από γκι. Μπήκα στην κουζίνα και την είδα να κοιτάει με θλίψη ένα καμένο φαγητό σε ένα πιάτο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι κάνεις;» ξαναρώτησα ελπίζοντας το γεγονός με την καμένη πουτίγκα να της χαλούσε την διάθεση και να σταματούσε τον στολισμό του σπιτιού. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα πρέπει να βυθιστείς στο πνεύμα των Χριστουγέννων. Ηρέμησε λίγο. Από την ώρα που ήρθες γκρινιάζεις.» Την είδα να πετάει με ένα λυπημένο βλέμμα την πουτίγκα και έπειτα γύρισε και με κοίταξε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γιατί δεν είσαι με τον Τζάσπερ;» ρώτησα κάπως ενοχλημένη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν μπορούσε σήμερα. Κάτι έγινε με το πανεπιστήμιο δεν κατάλαβα ακριβώς.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έκανε μια μικρή παύση για να κοιτάξει το στολισμό που είχε κάνει στον διάδρομο και πήγε προς το καθιστικό συνεχίζοντας να μιλάει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα να με βοηθήσεις με τον στολισμό. Θα έχει πλάκα.» μου έβγαλε το παλτό και το κρέμασε στον καλόγερο στο χολ. Έβγαλα το κασκόλ μου και το κρέμασα. Κοίταξε τα ρούχα μου με απέχθεια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χρειάζεσαι επειγόντως χριστουγεννιάτικα ψώνια. Ωπ παραλίγο να το ξεχάσω.» μουρμούρισε και την είδα να βάζει ένα καλώδιο στην πρίζα. Αμέσως τα λαμπάκια που ήταν πλεγμένα γύρω από την κουπαστή της σκάλας άνοιξαν. Είχαν ένα όμορφο ζεστό χρώμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έλα να με βοήσεις με τις κούτες.» κατέβηκε από το διάδρομο και επέστρεψε με μια στοίβα από μικρά κουτιά. Δεν ήθελα να ξέρω τι περιείχαν. Κατέβηκα την σκάλα και πήρα μια μεγάλη κούτα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις πρέπει να σου μιλήσω.» επανέλαβα με πείσμα. Δεν είχα καμιά όρεξη να στολίσω το μικρό σπίτι μας. Ανέβηκα στο καθιστικό και αντίκρισα ένα τεράστιο πράσινο δέντρο. Είχε στολίσει ήδη χιλιάδες στολίδια από μπάλες μέχρι παιχνίδια. Όλο το καθιστικό ήταν στολισμένο με γκι, γιρλάντες και παντού υπήρχαν χριστουγεννιάτικα παιχνίδια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;Το δέντρο ήταν ακριβώς μπροστά από την τεράστια τζαμαρία του καθιστικού. Ο πύργος του Άιφελ φαινόταν απ' έξω. Ήταν φωτισμένος με ένα απαλό μίνιμαλ φως. Κάτω από το σπίτι μας ο πολύβουος δρόμος ήταν στολισμένος και αυτός με λαμπιόνια. Κάθισα στο καθιστικό και προσπαθείς να μην βλέπω την Άλις που περιφερόταν γύρω γύρω και στόλιζε το δέντρο. Επικέντρωσα το βλέμμα μου στον πύργο του Άιφελ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα έλα ένα με βοηθήσεις.» είπε με τραγουδιστή φωνή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις θέλω να σου μιλήσω.» σηκώθηκα και τοποθέτησα μία μπάλα σε ένα κλαδί του δέντρου. Αμέσως ήρθε και την ίσιωσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σήμερα είδα έξω από ένα κατάστημα κάποιον νεαρό και-» Με διέκοψε και είπε τραγουδιστά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η Μπέλλα είναι ερωτευμένη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις μπορείς να με αφήσει σαν τελειώσω;» συνέχισα χωρίς να περιμένω δευτερόλεπτο μήπως απαντήσει το ρητορικό ερώτημα μου. «Δεν ξέρω είναι σαν να μην μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν. Ένιωσα κάτι καθώς τον είδα. Ήταν σαν ηλεκτρικό ρεύμα να διαπέρασε το σώμα μου μόλις τα βλέμματα μας συναντήθηκαν.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άρχισε να μιλάει με σοβαρό ύφος καθώς ανεβασμένη σε ένα σκαμνί προσπαθούσε να κρεμάσει μια μπάλα στα πιο ψηλά κλαδιά του δέντρου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα δεν πιστεύεις στον κεραυνοβόλο έρωτα έτσι;» δεν απάντησα ήξερε ήδη την απάντηση. Είχαμε περάσει χιλιάδες βραδιές μαζί βλέποντας ρομαντικές κομεντί και γελώντας με την υπόθεση που ήταν σε όλες ίδια, Κάποια όμορφη κοπέλα έβλεπε τυχαία κάποιον πανέμορφο νεαρό, τον ερωτευόταν κεραυνοβόλα αλλά δεν του το λέγε με αποτέλεσμα να τον χάσει. Έπειτα αφού περνούσε μέρες κλαίγοντας που δεν θα τον ξαναέβλεπε τον πετύχενε τυχαία να βγαίνει από το δίπλα διαμέρισμα και τι σύμπτωση ήταν ο νέος ένοικος. Έπειτα της έλεγε ότι ήταν και εκείνος ερωτευμένος μαζί της ζούσαν μαζί παντρεύονταν και έκαναν πολλά παιδιά. Όχι δεν πίστευα στον κεραυνοβόλο έρωτα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αυτήν την φορά όμως δεν είναι έτσι.» είπα προσπαθώντας να δικαιολογήσω τον εαυτό μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα» με κοίταξε στα ματιά «τον έχεις δει μια φορά στην ζωή σου δεν ξέρεις τίποτα για αυτόν και όμως λες ότι τον έχεις ερωτευτεί;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν είπα αυτό.» απάντησα εκνευρισμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν ξέρω όμως νιώθω ότι θέλω να τον ξαναδώ.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα αποκλείεται να τον ξαναδείς. Μπορεί να είναι οπουδήποτε. Μπορεί να μην είναι καν στο Παρίσι.» είχε δίκιο. «Άφησε το πνεύμα των Χριστουγέννων να σε επηρεάσει. Δεν χρειάζεται να ασχολείσαι με αυτά τώρα τέτοια εποχή.» Μου έδωσε ένα ασημένιο αστέρι να κρεμάσω. Το έβαλα σε ένα κλαδί. Είχε δίκιο δεν όφειλε σε τίποτα αυτό. Ούτε καν τον ξέρω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν ξέρω πως θα σε κάνω να νιώσεις καλύτερα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είμαι μια χαρά Άλις.» είπα με βαριεστημένη φωνή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι Μπέλλα πετάς από ευτυχία αν εξαιρέσουμε ότι τα χείλη σου έχουν πέσει στο πάτωμα και κοντεύεις να πεθάνεις από δυστυχία.» έκανε μια παύση περιμένοντας να χαμογελάσω έστω με το χαζό χιούμορ της αλλά δεν έκανα τίποτα. Συνέχισε απογοητευμένη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν θα πάμε για ψώνια.» το είπε με τόσο ενθουσιασμό σαν να έλεγε ότι θα πάμε στο φεγγάρι. Ήταν το δεύτερο πράγμα που σιχαινόμουν περισσότερο μετά την βροχή. Τουλάχιστον θα έβγαινα λίγο από το σπίτι και θα σταματούσα επιτέλους να βλέπω όλα αυτά τα χριστουγεννιάτικα στολίδια να πλημμυρίζουν το μικρό χώρο του καθιστικού. Ίσως ακόμα και να τον ξαναέβλεπα στα μαγαζιά. Ναι αν έβγαινα περισσότερο από το σπίτι ίσως να τον ξανασυναντούσα. Αμέσως έδιωξα τις φρούδες ελπίδες από το μυαλό μου. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον ξανασυναντήσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;Βγήκα από το καθιστικό αφήνοντα στην Άλις να τελειώσει με το κρέμασμα ενός γκι και άλλαξα ρούχα φορώντας ένα μωβ πουλόβερ και ένα κοτλέ παντελόνι. Από πάνω φόρεσα ένα παλτό και το καρό κασκόλ μου. Πριν πάω στο καθιστικό και να ανακοινώσω στην Άλις ότι είμαι έτοιμη έριξα μια τελευταία ματιά στον καθρέπτη έτσι ώστε να είμαι αρκετά όμορφη και να μην αγοράσει χιλιάδες ρούχα για μια ακόμη φορά. Βρήκα την Άλις να κάθεται στο καθιστικό φορώντας καινούργια ρούχα και παρακολουθώντας τις ειδήσεις στην μεγάλη τηλεόραση. Δηλαδή δεν παρακολουθούσε ακριβώς τις ειδήσεις περισσότερο κοιτούσε με θαυμασμό το δέντρο που είχε καταφέρει να στολίσει εντελώς μόνη της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α ετοιμάστηκες.» κοίταξε τα ρούχα και μου και το ενθουσιασμένο βλέμμα της εξαφανίστηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι έχω;» ρώτησα καθώς σηκωνόταν και κατέβαινε τις σκάλες. Πριν την ακολουθήσω τρέχοντας έριξα μια τελευταία μάτια στο σαλόνι. Το δέντρο ήταν πανέμορφο. Τα χιλιάδες μικρά λαμπάκια έδιναν μια ευχάριστη νότα στο δωμάτιο. Κάποια κεριά ήταν αναμμένα εδώ και εκεί. Κατέβηκα την σκάλα που φωτίζονταν πλέον από το φως που είχαν τα λαμπιόνια που στόλιζαν όλη την κουπαστή. Βγήκα στο διάδρομο και είδα την Άλις να ξεκλειδώνει την πόρτα. Όλες οι κούτες είχαν εξαφανιστεί. Μα πότε πρόλαβε και τα έκανε όλα αυτά. Γύρισε και με κοίταξε για άλλη μια φορά χαμογελώντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τί ;» είπα κοιτώντας τα ρούχα μου. Ήταν μια χαρά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τίποτα.» είπε χαμογελώντας «χαίρομαι που θα πάμε για ψώνια.» Βγήκε έξω από το σπίτι και την ακολούθησα. Έξω έκανε τσουχτερό κρύο. Μπήκαμε μέσα στην κίτρινη Πόρσε της που ουσιαστικά ήταν και δικό μου αυτοκίνητο όλον αυτόν καιρό που είχαμε γίνει φίλες. Πιο πολύ το χρησιμοποιούσα εγώ παρά εκείνη. Ζεστασιά με κατέκλεισε αμέσως μόλις μπήκα μέσα. Άναψε την μηχανή και ξεκίνησε. Διασχίζαμε με μεγάλη ταχύτητα τους δρόμους μέχρι το μεγάλο εμπορικό κέντρο που θα πηγαίναμε. Τα μόνο που έβλεπα έξω ήταν χιλιάδες στολισμένα δέντρα και μικρά λαμπάκια που φώτιζαν όλη την πόλη. Είχε αρχίσει ξανά να ρίχνει ένα απαλό χιόνι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φτάσαμε πριν καν το καταλάβω. Έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάει ερευνητικά τριγύρω μήπως και τυχόν δω τον όμορφο νεαρό που είχα δει σήμερα το απόγευμα. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν θα τον ξανά έβλεπα πότε. Μπήκαμε μέσα. Όλο το εμπορικό έσφυζε από κόσμο. Ένα τεράστιο δέντρο με πολλές κόκκινες μπάλες υπήρχε στο κέντρο της τεράστιας αίθουσας που βρισκόμασταν. Προχώρησα ακολουθώντας την Άλις. Μπήκε μέσα σε ένα μαγαζί που πουλούσε χριστουγεννιάτικα στολίδια. Δεν είχα ιδέα τι έκανε καθώς δεν την πρόσεξα καθόλου. Κοιτούσα κάθε άτομο που έβλεπα τριγύρω προσπαθώντας να βρω τον νεαρό με τα πράσινα μάτια και τα χαλκόχρυσα μαλλιά που είχα δει σήμερα το απόγευμα. Έπρεπε να υπενθυμίζω συνεχώς στη εαυτό μου ότι δεν υπήρχε περίπτωση να το βρω αλλά δεν άντεχα να μην κοιτάξω για να σιγουρευτώ. Η Άλις κάτι μουρμούριζε δίπλα μου αλλά δεν πρόσεξα τα λόγια της. Συνέχισα να περιφέρομαι μαζί της στο μαγαζί κοιτώντας τον καθένα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν είναι υπέροχο αυτό;» με ρώτησε κρατώντας ένα αγγελάκι που φορούσε ένα λευκό πανέμορφο φόρεμα. Ήταν από διάφανο γυαλί και μέσα του ήταν σαν να υπήρχαν παγιέτες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις δεν νιώθω πολύ καλά. Μήπως να γυρίσουμε πίσω;» και πράγματι όσο κοιτούσα τριγύρω και προσπαθούσα να χωνέψω περισσότερο ότι δεν πρόκειται να τον ξαναδώ στην ζωή μου ένιωθα όλο και χειρότερα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι πάλι για αυτόν τον νεαρό που είδες το απόγευμα;» με ρώτησε με ένα ύφος νίκης και σιγουριάς να κατακλύζει την φωνή της. Ήταν πολύ παρατηρητική. Είχε προσέξει ότι τόση ώρα κοιτούσα τριγύρω προσπαθώντας να βρω κάποιον που μπορεί να ήταν οπουδήποτε στον κόσμο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι Άλις δεν έχει σχέση.» προσπάθησα ανεπιτυχώς να πω ψέματα. Άρχισε να απαντήσει όταν χτύπησε το τηλέφωνο της. Το σήκωσε με έναν εκνευρισμό που κάποιος είχε διακόψει αυτό που ετοιμαζόταν να πει. Μόλις το απάντησε όμως το πρόσωπο της φωτίστηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τζάσπερ!» είπε με ενθουσιασμό και έκανε πιο πέρα για να μιλήσει. Εγώ ανάγκασα τον εαυτό μου να μην κοιτάξει πάλι τριγύρω και επικεντρώθηκα σε ένα ράφι που είχε χιλιάδες χριστουγεννιάτικα στολίδια. Το πιο όμορφο ήταν ένα μικρό ξύλινο αλογάκι σαν αυτό που είχαν τα μικρά παιδία για να διασκεδάζουν. Ήταν πανέμορφο. Το έπιασα στα χέρια μου και είδα την Άλις να με κοιτάει. Είχε μια παράξενη έκφραση και κατάλαβα ότι ήταν εξαιτίας της δικής μου που κοιτούσε με ένα πολύ παράξενο βλέμμα αυτό το μικρό αλογάκι. Είχα αναγκάσει τον εαυτό μου να επικεντρωθεί τόσο πάνω του που ήταν σαν να κοιτούσα το πιο όμορφο πράγμα του κόσμου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν τι ήθελε ο Τζάσπερ;» ρώτησα άκρως αμήχανα καθώς ακουμπούσα στο ράφι το αλογάκι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μας κάλεσε αύριο το βραδύ για φαγητό. Θα πάμε στο Tour d'Argent » είπε τελείως ενθουσιασμένη. ένιωσα παράξενα. εγώ δηλαδή τι θα έκανα μαζί με την Άλις και τον Τζάσπερ. Ίσως πάλι να ήταν καλύτερο να βγω λίγο από το σπίτι. Έτσι ίσως τον δω. έδιωξα με την βία αυτήν την σκέψη. Έπρεπε να σταματήσω να τον σκέφτομαι δεν πρόκειται να τον ξαναδώ ποτέ και το ξέρω. Γιατί το κάνω αυτό δίνοντας στο εαυτό μου την ευκαιρία να τρέφει φρούδες ελπίδες;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις μήπως θα ήταν καλύτερα να μην έρθω εγώ;» την είδα να σαστίζει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα θα περάσουμε τέλεια. φυσικά και θα έρθεις.» βγήκε από το μαγαζί και την ακολούθησα επεξεργάζοντας την πρόταση του Τζάσπερ. Ναι τελικά ίσως να είχε δίκιο. ίσως να γνώριζα κάποιον αύριο που να με έκανε να τον ξεχάσω και τότε πάγωσα από την συνειδητοποίηση των γεγονότων. Για αυτό το έκανε. κάλεσε νωρίτερα τον Τζάσπερ και του είπε να μου κάνει την πρόταση έτσι ώστε να γνωρίσω κάποιον και να σταματήσω να σκέφτομαι τον πανέμορφο νεαρό που είδα το απόγευμα. Ε λοιπόν αυτό θα έκανα. Την ακολουθούσα μουρμουρίζοντας τον ρυθμό του let it snow που ακουγόταν από τα μεγάφωνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα ήταν η καλύτερη ευκαιρία να περάσω όμορφα Χριστούγεννα αντί να τριγυρίζω εδώ και εκεί ψάχνοντας για κάποιον που δεν θα ξαναέβλεπα ποτέ. βγήκα από το εμπορικό ακολουθώντας την Άλις στο τσουχτερό κρύο. Την ακολούθησα ανάμεσα στα αλλά αυτοκίνητα στο πάρκινγκ. Ήταν χιλιάδες. Την είδα να μπαίνει μέσα στην κίτρινη Πόρσε της. Επιτάχυνα το βήμα μου και βρέθηκα ακριβώς δίπλα στην πόρτα του συνοδηγού. μπήκα μέσα κοιτώντας με ένα βλέμμα που έλεγε ότι είχα καταλάβει το κόλπο τους. Έκανε σαν μην κατάλαβε τίποτα και έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο. ξεκινήσαμε και ήμουν πλέον σίγουρη ότι θα σταματούσα να ψάχνω κάποιον που δεν θα ξαναέβλεπα ποτέ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*** &lt;br /&gt;
Βοήθησα την Άλις να κουμπώσει το φόρεμα της. Ήταν πανέμορφη. Είχε πιάσει ψηλά τα μακριά μαύρα μαλλιά της με μια διαμαντένια καρφίτσα και φορούσε δυο μακριά σκουλαρίκια με ένα μεγάλο ζαφείρι στο κέντρο. το μαύρο φόρεμα της ήταν λιτό και συγχρόνως εντυπωσιακό. Σε μια ώρα θα συναντούσαμε τον Τζάσπερ στο εστιατόριο και ήμασταν ακόμη στο σπίτι. ήξερα έτσι και αλλιώς πως θα αργούσαμε. Η Άλις δεν έχει ετοιμαστεί ποτέ σε λιγότερο από μια ώρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εγώ ήμουν ακόμα με τα ρούχα που φορούσα και το πρωί που είχαμε βγει ξανά για ψώνια με την Άλις. Είχα καταφέρει να εμποδίσω τον εαυτό μου να κοιτάει για τον νεαρό που είχα δει το χθες απόγευμα. Ακόμα όμως ήλπιζα να πέσουμε ξαφνικά πάνω του. Η Άλις αφού είχε ετοιμαστεί εντελώς αποφάσισε να ασχοληθεί και με το δικό μου ντύσιμο που σύμφωνα με το σχέδιο της ήταν και το πιο σημαντικό αφού μόνο εάν ήμουν πανέμορφη θα γνώριζα κάποιον που θα με έκανε να τον ξεχάσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;Αποκάλυψε αργά αργά για να δώσει αγωνία στην όλη υπόθεση το φόρεμα που μου είχε αγοράσει. Ήταν ένα κοντό κόκκινο φόρεμα χωρίς μανίκια. Ήταν πολύ απλό αλλά ακόμα παρέμενε πανέμορφο. Με βοήθησε να το φορέσω. Μου έφτανε περίπου έως τα γόνατα. Έπιασε τα μαλλιά μου σε έναν κότσο με την βοήθεια μια διαμαντένιας φουρκέτας. Κοίταξα τον εαυτό μου στο καθρέπτη που υπήρχε στο μπάνιο της Άλις. ακόμα δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί είχαμε στριμωχτεί στο μικρό μπάνιο. Ήμουν πραγματικά πανέμορφη. Μου φόρεσε ένα κόκκινο κραγιόν και μου έδωσε δυο μαύρα γοβάκια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν υπάρχει περίπτωση να τα φορέσω αυτά.» παραπονέθηκα. ήταν πολύ ψηλά για εμένα. εδώ δεν μπορώ καλά καλά να σταθώ με τα παπούτσια που φοράω στην σχολή θα σταθώ με αυτά; Αν πίστευε ότι έτσι θα βρω κάποιον έκανε λάθος. Το πιθανότερο ήταν να πέσω κάτω καθώς προσπαθούσα να μπω στο εστιατόριο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μα Μπέλλα είναι υπέροχα.» μου τα έδωσε στα χέρια. Τα φόρεσα και προσπάθησα να σταθώ. Ήταν πάντως υπέροχα άλλα δεν θα μπορούσα να περπατήσω. Υπενθύμισα στον εαυτό μου ότι έπρεπε να βρω κάποιον και προσπάθησα να τα συνηθίσω. Φόρεσα ένα ασημένιο βραχιόλι και δυο μακριά σκουλαρίκια. Είχαν στο κέντρο ένα κύκλο από λευκόχρυσο που καλυπτόταν από μικρά μπριγιάν. Ήταν πανέμορφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι υπέροχη.» ανακοίνωσε τελικά και βγήκαμε από το μπάνιο στο δωμάτιο της. το διέσχισα γρήγορα και κάθισα στο καθιστικό μέχρι να βάλει τις τελευταίες πινελιές στο ντύσιμο της. παρατήρησα για λίγο τα στολίδια στο δέντρο. Ήταν πανέμορφα. επιτέλους το πνεύμα των Χριστουγέννων είχε αρχίσει να επιδρά πάνω μου. Η Άλις μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας μια μικρή μαύρη δερμάτινη τσάντα φάκελο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ήρθε η ώρα να φύγουμε.» ανακοίνωσε. Αμέσως σηκώθηκα και την ακολούθησα έως το αμάξι. Σε όλη την διαδρομή χάζευα έξω τους στολισμένους δρόμους. Προσπαθούσα να μην κοιτάζω πρόσωπα γιατί έμπαινα στον πειρασμό να δω αν είχαν πράσινα ματια και χαλκοχρυσα μαλλιά. Κοιτούσα περισσοτερο τα στολίδια στους δρόμους τα χιλιάδες μαγαζιά που έσφυζαν από κόσμο και τα εκατομμυρια χριστουεγεννιατικα λαμπιόνια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φτάσαμε έξω από το εστιατόριο πριν το καταλάβω. Χιλιάδες πολυτελή αυτοκινητα ήταν παρκαρισμένα έξω. η Άλις πάρκαρε το αυτοκίνητο και βγήκαμε έξω. Το κρύο ήταν τόσο πολύ που σχεδόν δεν μπορουσα να αναπνεύσω. Η Άλις δεν με είχε αφησει να φορέσω κάποιο παλτό πάνω από το φόρεμα επιμένοντας ότι κρύβει το πολύ όμορφο σώμα μου. Μπήκαμε μέσα και αμέσως μια κυρία που καθόταν πίσω από ένα ξύλινο γραφείο στην υποδοχή του εστιατόριου σηκώθηκε να μας πάει στην θέση μας. Διασχίσαμε τις μεγάλες γυάλινες πόρτες που οδηγούσαν στον κυρίως χώρο του εστιατορίου. Είχαν ένα χρυσό πλαίσιο που κατέληγε σε δυο χρυσά πόμολα. Άνοιξε την πόρτα και βρεθήκαμε σε μια μεγάλη σάλα. Τα τραπέζια ήταν χιλιάδες. Μπροστά τους υπήρχαν λευκές πολυθρόνες με κάποιες χρυσές λεπτομέρειες. Ο ήχος από βιολιά ακουγόταν απαλά στο χώρο. Κάποιοι βιολιστές έπαιζαν σε μια μικρή σκηνή στην άλλη γωνιά του δωματίου. Τα παράθυρα ήταν στολισμένα με μερικά κλαδιά ελάτου. Το κρύο τα είχε θολώσει με αποτέλεσμα να μην μπορώ να δω από έξω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;Η ευγενική κοπέλα χώθηκε ανάμεσα στα τραπέζια οδηγώντας μας στο δικό μας. αντίκρισα γρήγορα το τραπέζι όπου καθόταν ο Τζάσπερ. Είχε τέσσερις θέσεις επιβεβαιώνοντας για ακόμη μια φορά το σχέδιο της Άλις. Περίμεναν να βρω κάποιον και να καθίσει μαζί μου. Μόλις πλησιάσαμε η ευγενική κοπέλα απομακρύνθηκε και συνεχίσαμε μόνες έως το τραπέζι. Η Άλις αμέσως φίλησε απαλά τον Τζάσπερ στα χείλη. Ο Τζάσπερ τράβηξε την καρέκλα και σηκώθηκε μέχρι να καθίσει η Άλις. τράβηξε και την δίκιά μου καρέκλα και αφότου κάθισα κάθισε και εκείνος στο τραπέζι δίπλα στην Άλις. αμέσως το χέρι του βρέθηκε στο δικό της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλησπέρα Τζάσπερ.» είπα με μια αμυδρή αμηχανία να διακρίνεται στην φωνή μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι κάνεις Μπέλλα;» συνέχισε πριν απαντήσω με ένα χαμόγελο να διαγραφετε στην ζεστή φωνή του. «προσέχεις την Άλις;» Η Άλις διπλα του χαμογέλασε και είδα τα μαγουλα της να ροδίζουν ελάχιστα. μια σερβιτόρα μας διέκοψε καθώς ήρθε για να παραγγείλουμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλησπέρα.» είπε ευγενικά με μια πολύ ζεστη φωνή. Μας έδωσε τον κατάλογο και απομακρύνθηκε. Κοίταξα τον κατάλογο. Ήταν επενδυμένος με μαύρο δέρμα και οι σελίδες του στολίζονταν με φύλλα χρυσού. Έριξα μια ματια στο μενού. Δεν ήξερα τι να παραγγείλω μιας και τα περισσότερα πιάτα ήταν σε γαλλικές ορολογίες που δεν γνώριζα οποτε το άφησα πάνω στην Άλις. Η σερβιτόρα ήρθε έπειτα από λίγο διακόπτοντα την κουβέντα του Τζάσπερ και της Άλις σχετικά με τη μαύρη τρούφα. Εγώ στο ενδιάμεσο παρατηρούσα τον κόσμο τριγύρω. Δεν ήξερα γιατί το έκανα αν και προσπαθούσα να υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι δεν το έκανα με την ελπίδα να ξαναδώ τον νεαρό. Από το απέναντι τραπέζι ένας νεαρός με καστανά μάτια και ξανθά μαλλιά με κοιτούσε. Γύρισα απότομα το βλέμμα μου στην κοπέλα που σημείωνε την παραγγελία μας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«'Ένα μπουκάλι ροζέ οίνος του 1992 θα ήταν ότι έπρεπε.» άκουσα την Άλις να λέει εκείνη την στιγμή. Δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία. Δεν ήξερα καν τι παράγγειλε για εμένα. Κοιτούσα την χρυσόσκονη που ήταν σκορπισμένη πάνω στο λευκό αναμμένο κερί στο τραπέζι. γύρω από το κερί υπήρχαν κάποια φύλλα γκι. η κοπέλα έφυγε και βρήκα την ευκαιρία να χαλάσω ελάχιστα το σχέδιο της Άλις. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Περιμένουμε κάποιον;» είπα δείχνοντας με το βλέμμα μου την κενή θέση δίπλα μου. τους είδα να σαστίζουν και με κοίταξαν με ένα βλέμμα σαν μην ήξεραν τι να απαντήσουν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε όχι.» είπε η Άλις τελικά με αμηχανία. γρήγορα άλλαξε θέμα επιβεβαιώνοντας τις εικασίες μου σχετικά με το σχέδιο της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σου παράγγειλα πιατέλες με λεμοντέλλο μαύρη τρούφα και προσούτο.» το είπε με έναν ενθουσιασμό σαν να περιέγραφε ένα έδεσμα ισάξιο της αμβροσίας. Τη ν κοίταξα με ένα βλέμμα που κατέστησε σαφές ότι δεν με ενδιάφερε ιδιαίτερα. Έστρεψα το βλέμμα μου ξανά στον ξανθό νεαρό που με κοιτούσε ακόμα μερικά τραπέζια πιο κάτω. Καθόταν μόνος του πίνοντας ένα ποτήρι σαμπάνια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις νομίζω αυτός εκεί με κοιτάει.» την είδα να γυρίζει πολύ διακριτικά. Στράφηκε ξανά σε μένα με ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν;» είπε παροτρύνοντας με να του κάνω νεύμα και να έρθει κοντά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν ξέρω.» είπα τελικά και είδα την σερβιτόρα να έρχεται με ένα μπουκάλι κρασί σώνοντας με. Το άνοιξε δίνοντας τον φελλό στον Τζάσπερ. Τον μύρισε προσεχτικά και έγνεψε. Σέρβιρε μια μικρή ποσότητα σε ένα κρυστάλλινο ποτήρι και άφησε τον Τζάσπερ να δοκιμάσει. Ανακάτεψε λίγο το κρασί στην στόμα του και έγνεψε ξανά. Η κοπέλα σέρβιρε κρασί στο Τζάσπερ εμένα και την Άλις. έπιασα το ποτήρι και δοκίμασα. Είχε μια μικρή οξύτητα. Ήταν πολύ καλό. Προσπάθησα να παρακινήσω την Άλις να μιλήσει για το κρασί και να ξεχάσει τον νεαρό που με κοίταζε όλο και πιο επίμονα τώρα στα μάτια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν πως σου φαίνεται το κρασί;» την είδα να επεξεργάζεται λίγο τον τόνο μου αλλά απάντησε με ειλικρίνεια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχει ένα φρουτώδες χριστουγεννιάτικο άρωμα.» έκανε μια παύση για να δοκιμάσει ξανά και επέστρεψε στο ζήτημα που την ενδιέφερε. «Λοιπόν τι θα κάνεις με τον νεαρό που σε κοιτάζει;» κοίταξα για λίγο τα μικροσκοπικά κομμάτια χρυσόσκονης πάνω στο κερί και ευχήθηκα πιο πολύ από ποτέ να εμφανιζόταν ο νεαρός που είδα χθες το απόγευμα. Δεν μπορούσα να επικεντρωθώ σε αυτόν που με κοιτούσε τώρα λίγα τραπέζια πιο εκεί όταν σκεφτόμουν το πράσινο χρώμα των δικών του ματιών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν ξέρω.» είπα και είδα την σερβιτόρα να έρχεται για τελευταία φορά και να αφήνει τα πιάτα στο τραπέζι. Έπιασα το μαχαιροπίρουνο και δοκίμασα μια ταλιατέλα. ήταν υπέροχη. Είχε μια ελαφριά γεύση λεμονιού και διατηρούσε όλη την φρεσκάδα του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι πάλι εξαιτίας αυτού που είδες χθες το απόγευμα;» έκανε μια παύση και περίμενε κάτι που να επιβεβαιώνει την πρόταση της. Δεν χρειαζόταν είχε ήδη καταλάβει.«Μπέλλα ξέχνα τον. Δεν πρόκειται να τον ξαναδείς. Κοίτα να περάσεις καλά και ξέχνα κάποιον που επιμένεις ότι ερωτεύτηκες με ένα μόνο βλέμμα.» τα λόγια της με επανέφεραν στην πραγματικότητα. Είχε δίκιο. Την είδα να κόβει με το πιρούνι ένα μικρό κομμάτι γεμιστή γαλοπούλα. Συνέχισα να τρώω τις ταλιετελες. Είχα πείσει πλέον τον εαυτό μου ότι δεν τον ξαναέβλεπα. Έτρεφα όμως ακόμα ελπίδες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ώρα περνούσε και μια έτρωγα μια αφιερωνόμουν στον δυναμικό ήχο των βιολιών και μια κοιτούσα τον νεαρό που με κοιτούσε στα ματιά καθ’ όλη την διάρκεια του γεύματος. Ήλπιζα να τον ξαναδώ. Το ήθελα όσο τίποτε άλλο όμως δεν εμφανίστηκε. Η Άλις είχε δίκιο. Δεν πρόκειται να γίνει σαν τις ρομαντικές κομεντί. Δεν θα εμφανιζόταν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα την Άλις καθώς μιλούσε στον Τζάσπερ. Τα χείλη τους άγγιξαν για μια ακόμη φορά. Δεν ήξερα τι να κάνω. Τα βιολιά άρχισαν να παίζουν την μελωδία του white christmas. Προσπάθησα να απορροφηθώ από αυτήν άλλα δεν μπορούσα. Ήθελα να πω στην Άλις πως έπρεπε να φύγω αλλά δεν ήξερα πως θα το πάρει. Είχα παραδώσει τα όπλα. Δεν όφειλε να μείνω άλλο εδώ. το μόνο που ήθελα ήταν να τον ξαναδώ. Γιατί όμως; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν πίστευα σε καμιά περίπτωση στο κεραυνοβόλο έρωτα αλλά ένιωθα όμορφα καθώς τον σκεφτόμουν. Έφαγα και την τελευταία ταλιατελα από το πιάτο μου κοιτώντας για μια τελευταία φορά τον νεαρό που με κοιτούσε στα μάτια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε.» είπα και σηκώθηκα από την καρέκλα μου. Τους άφησα και πήγα προς το μπάνιο. Είδα την Άλις να με κοιτάει με απορία. Έπειτα από λίγο ήμουν πάνω από τον μεγάλο γρανιτένιο πάγκο στην τουαλέτα. Κοιτούσα τον εαυτό μου στον καθρέπτη. Η Άλις με είχε κάνει πραγματικά όμορφη. Βγήκα έξω με αέρα αυτοπεποίθησης. Έπρεπε να περάσω καλά. Έρχονταν Χριστούγεννα έτσι και αλλιώς. Κάθισα ξανά στην θέση μου και ήπια μια γουλιά από το κρασί μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα είσαι καλά;» ρώτησε η Άλις. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μια χαρά.» είπα και κοίταξα για άλλη μια φορά τον νεαρό με τα ξανθά μαλλιά. Έπινε ακόμα ένα ποτήρι σαμπάνια και με κοιτούσε στα μάτια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έκανα να γνέψω γεμάτη αυτοπεποίθηση όταν όλα γύρω μου πάγωσαν. Ο χρόνος σταμάτησε. Τα δευτερόλεπτα δεν κυλούσαν πλέον. Όλος ο χρόνος είχε σταματήσει μπροστά του. Ο νεαρός με τα πυρρόξανθα μαλλιά και τα πράσινα μάτια μπήκε στην αίθουσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν εντελώς μόνος. Ένιωσα την καρδιά μου να σταματάει. Δεν θα περίμενα ποτέ να τον ξαναδώ στην ζωή μου. Η Άλις με κοίταξε με απορία. Ακολούθησε το βλέμμα μου και έπεσε πάνω του. Την είδα να κοιτάει με περιέργεια. Εγώ όμως είχα μαγνητιστεί από εκείνον. Τον είδα να γυρίζει και με κοίταξε στα μάτια. Ένιωσα ρεύμα να διαπερνάει το βλέμμα μας. Τον είδα να ξαφνιάζεται. Με θυμόταν. Το ποτήρι με το κρασί γλίστρησε από το χέρι μου και προσγειώθηκε στο πάτωμα. Το κρύσταλλο έσπασε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εγώ όμως δεν ασχολήθηκα δευτερόλεπτο. Τον κοιτούσα στα μάτια. Οι ευχές μου είχαν πραγματοποιηθεί. Το χριστουγεννιάτικο τραγούδι που ακουγόταν από τους βιολιστές τώρα στην αίθουσα με έκανε να βυθιστώ μέσα στην ευτυχία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τον ξέρεις;» ρώτησε η Άλις με απορία. Αν και ήμουν σίγουρη ότι είχε καταλάβει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις ο νεαρός που είδα χθες το απόγευμα.» δεν μπορούσα ακόμα να το πιστέψω ούτε εγώ. Γύρισα ξανά το βλέμμα μου προς αυτόν. Με κοιτούσε ακόμα σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί από που με ξέρει η σαν να είχε εκπλαγεί που με ξαναέβλεπε. Και τότε κατάλαβα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα και να τον ξαναέβλεπα δεν σήμαινε ότι εκείνος ένιωθε κάτι για μένα. Καλά καλά ούτε εγώ δεν ήξερα. Αποκλείεται να υπάρχει έρωτας με την πρώτη μάτια. Η Άλις είχε δίκιο. Τον είδα να κάθεται σε ένα τραπέζι και ένιωσα ελαφρώς απογοητευμένη. Δεν είχα καταλάβει ότι να τον ξαναδώ δεν σήμαινε απαραίτητα και κάτι. Έπιασα ένα άλλο ποτήρι και έβαλα λίγο κρασί. Το πήρα και κοίταξα την Άλις. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έτσι θα μείνεις;» ρώτησε με περιέργεια. «Δεν θα πας να του μιλήσεις;» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ούτε καν τον ξέρω. Ίσως τελικά να είχες δίκιο. Δεν πιστεύω στον έρωτα με την πρώτη ματιά. Αποκλείεται να νιώθει έστω το παραμικρό για μένα. Και το ίδιο θα έπρεπε να συμβαίνει και με εμένα.» τέλειωσα την πρόταση μου με πικρία στο στόμα μου. Την είδα να σαστίζει. Είχα και εγώ σαστίσει. Δεν περίμενα αυτήν την αντίδραση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήθελα τόσο να τον δω που δεν είχα υπολογίσει τα υπόλοιπα. Τον παρακολούθησα να σηκώνεται και να έρχεται προς το μέρος μας. Η καρδιά μου σταμάτησε να χτυπά. Μου μίλησε και έμεινα να τον κοιτάζω άφωνη. Η φωνή του ήταν μαγευτική. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Νομίζω ότι από κάπου σε γνωρίζω.» δεν ήξερα τι να απαντήσω. Κοίταξα την Άλις. Χαμογελούσε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι νομίζω σε είδα χθες το απόγευμα από μακριά.» δεν μπορούσα να πιστέψω ότι με θυμόταν. Άρχισα να τρέφω ελπίδες ότι είχε νιώσει το ίδιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε πειράζει να καθίσω;» κοίταξε πρώτα εμένα και έπειτα την Άλις και τον Τζάσπερ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε όχι παρακαλώ.» προσπάθησα με μικρή επιτυχία να κρατήσω την φωνή μου ανέκφραστη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με λένε Έντουαρντ.» είπε και μου έτεινε το χέρι του. Το είδα να μένει μετέωρο μπροστά μου και δεν ήξερα τι να κάνω. Το έσφιξα και είπα μουρμουρίζοντας το όνομα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπέλλα.» με κοίταξε για λίγο και έπειτα στράφηκε στην Άλις και τον Τζάσπερ. Δεν πρόσεξα καθώς συστήνονταν. Κοιτούσα το δέρμα του, τα χείλη του, το πράσινο χάος των ματιών του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πως περνούσε κάθε λίγο μέσα από τα μαλλιά του τα δάχτυλα του. Η ευχή μου είχε πραγματοποιηθεί. Κοίταξα ξανά την χρυσόσκονη γύρω από το κερί και σκέφτηκα ότι ήταν μαγική. Όχι μαγική ήταν μόνο η στιγμή που περνούσα τώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έστρεψε ξανά το βλέμμα του προς τα εμένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν Μπέλλα. Σπουδάζεις;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε ναι.» ψιθύρισα σχεδόν στην προσπάθεια μου να μην δείξω τον ενθουσιασμό που ξεχείλιζε μέσα από την φωνή μου. Χτύπησε το κινητό του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Με συγχωρείτε.» απάντησε και περίμενα για ένα λεπτό μέχρι να τελειώσει. «Λυπάμαι πρέπει να φύγω.» αμέσως απογοήτευση κατέκλυσε κάθε κύτταρο του κορμιού μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ορίστε το τηλέφωνο μου.» έβγαλε ένα στυλό και το έγραψε πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί που έβγαλε από την τσέπη του. Έπιασα το χαρτάκι και το έβαλα στην τσέπη μου. Δεν μπόρεσα να μην κάνω χιούμορ καθώς έφευγε προσπαθώντας παράλληλα να κρύψω την θλίψη μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κουβαλάς πάντα μαζί σου ένα στυλό και ένα χαρτί για αυτήν την περίπτωση;» τον είδα να χαμογελάει. Όλο του το πρόσωπο φωτίστηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ε όχι απλά επειδή ήξερα ότι μετά θα έπρεπε να πάω σε αυτήν την δουλειά..&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χαμογέλασε ξανά. «Λυπάμαι πρέπει να φύγω. Καλό βράδυ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα τα πούμε.» ψιθύρισα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάρε με αύριο το βράδυ.» απάντησε καθώς απομακρυνόταν από το τραπέζι μας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν.» είπε περιπαίχτηκα η Άλις. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τώρα πιστεύεις στις ρομαντικές κομεντί;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άλις έτυχε.» δικαιολόγησα αν και δεν τον πίστευα ούτε εγώ. Ήταν σαν να είχε γίνει το θαύμα των Χριστουγέννων. «Δεν ξέρω καν τι κάνει εδώ, γιατί ήρθε και μου μίλησε, αν δουλεύει, την ηλικία του.» Συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα σχεδόν τίποτα για αυτόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ξέρεις όμως σίγουρα ένα πράγμα.» έκανε μια παύση και συνέχισε. «Είναι ερωτευμένος μαζί σου.»&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-535142575886352155?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/535142575886352155/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=535142575886352155' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/535142575886352155'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/535142575886352155'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2010/12/christmas-gold-dust.html' title='Christmas Gold Dust'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TRXzjkdebWI/AAAAAAAAAQA/QhwBgiSw2Mc/s72-c/2144254504_950c1d50a5.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-261127202405860761</id><published>2010-12-18T00:33:00.002+02:00</published><updated>2011-02-24T23:38:08.327+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κυκλάμινα Στο Χιόνι'/><title type='text'>Κυκλάμινα Στο Χιόνι</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TQvk5CACO9I/AAAAAAAAAP0/ivZHf5U_WJc/s1600/tpmovie_85350.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="134" n4="true" src="http://2.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TQvk5CACO9I/AAAAAAAAAP0/ivZHf5U_WJc/s320/tpmovie_85350.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Τρίτο μέρος&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Σ’ αγαπώ &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Edward&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;s POV&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα πλέον τι να κάνω. Στεκόμουν έξω από το επιβλητικό κτήριο της τράπεζας όπου δούλευε ο πατέρας μου. Η εικόνα του κτηρίου με έκανε να το θυμάμαι σαν να ήταν μόλις χτες που έφυγε. Η μητέρα μου με είχε στείλει εδώ να δω τον Ευστάθιο. Δεν ξέρω αν θα άντεχα να τον δω. Κανονικά αφού είχε ξεκαθαριστεί το θέμα με την Ιουλιέτα έπρεπε όλα τα έχουν πάρει το δρόμο τους. Δεν είναι όμως έτσι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το μικρό κουτί της Πανδώρας είχε ανοίξει και το βάρος όλων των ευθυνών πλέον είχε πέσει πάνω μου. Έπρεπε να κάνω ξανά την μητέρα μου καλά, έπρεπε να βρω δουλειά και να αποφασίσω τι θα κάνω με την ζωή μου. Δεν ήθελα με τίποτα να δουλέψω σε αυτήν την τράπεζα αλλά δεν είχα πλέον άλλη επιλογή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπήκα μέσα νιώθοντας μια ελαφριά ζαλάδα. Χάθηκα μέσα στο σκοτάδι της τεράστιας επιβλητικής αίθουσας. Το θέαμα που αντίκρισα ήταν απερίγραπτο. Η αίθουσα ήταν η πιο μεγάλη που είχα δει ποτέ. Όλα αυτά τα χρόνια που δούλευε εδώ ο πατέρας μου δεν είχα επισκεφτεί ποτέ την τράπεζα. Ίσως φοβόμουν ότι εάν έρθω μια φορά μετά θα με κρατήσουν εδώ για πάντα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν είχα ιδέα&amp;nbsp;που που μπορεί να ήταν ο Ευστάθιος. Αναζήτησα με το βλέμμα μου τα καστανά σκούρα μαλλιά του και τα μπλε μάτια τους. Ο κόσμος όμως ήταν τόσος πολύ που δεν ξεχώριζα μορφές. Ήταν όλοι μία ενιαία μάζα. Στριμωχνόταν στην τεράστια αίθουσα περιμένοντας μπροστά από τους γρανιτένιους πάγκους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πλησίασα και εγώ έναν ψηλό πάγκο που από πίσω καθόταν ένας ευγενικός νεαρός. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλησπέρα.» είπε ευγενικά περιμένοντας να του θέσω το ζήτημα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα ήθελα να δω τον Ευστάθιο .» είπα ευγενικά. Τον είδα να σαστίζει λίγο σαν να ζήτησα να μου δώσουν ένα μπουκάλι με το καλύτερο γάλα αετού. Έπειτα όμως σηκώθηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Παρακαλώ από εδώ.» είπε και άρχισε να χώνεται μέσα στο πλήθος κάνοντας μου νόημα να τον ακολουθήσω. Χώθηκα μέσα στον κόσμο τινάζοντας παράλληλα το παλτό μου από κάποιες χιονονιφάδες. Με οδήγησε έξω από μια ξύλινη πόρτα που έγραψε πάνω σε νέα χρυσό πλακίδιο με σκαλισμένα καλλιγραφικά γράμματα Ευστάθιος Πάρκερ. Άνοιξε την πόρτα για μένα και ξαναχώθηκε στον κόσμο. Την άνοιξα περισσότερο και μπήκα μέσα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη ο ήχος δαχτύλων πάνω σε μια γραφομηχανή αντηχούσε στα αφτιά μου. Μπήκα μέσα και είδα έναν μεσόκοπο άντρα με μπλε μάτια και σκούρα καστανά μαλλιά να με κοιτάζει πίσω από το μεγάλο ξύλινο γραφείο του. Τα δάχτυλα του σταμάτησαν να ανεβοκατεβαίνουν πάνω κάτω στην γραφομηχανή σχηματίζοντας μια περίεργη χορογραφία και με κοίταξε με ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έντουαρντ.» η φωνή του ακουγόταν πολύ στοργική. Σαν να ξαναέβλεπε τον χαμένο γιο του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πρώτη φορά έρχεσαι εδώ και μάλιστα αφού ο πατέρας σου πέθανε. Από πότε έχω να σε δω;» φάνηκε σαν να χάρηκε ιδιαίτερα αν και στο βλέμμα του υπήρχε ένα παράξενο συναίσθημα σαν να επανέφερα αναμνήσεις πω το παρελθόν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι πολύ καιρός πράγματι. Από όταν έφυγε.» είπα και τα είδα να κατεβάσει για λίγο το βλέμμα του στο γραφείο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν προς τι η επίσκεψη;» είπε σαν να μην είχε ιδέα τι κάνω εδώ. Η μητέρα μου μού είπε ότι είχε μιλήσει μαζί του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν σας ενημέρωσε η μητέρα μου;» ρώτησα ειλικρινά. Δεν ήξερα τι μπορεί να συνέβαινε. Έκλεισε για λίγο τα μάτια σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι άλλα τελικά κούνησε το κεφάλι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η Ελίζαμπεθ; » έκανε την ρητορική ερώτηση και συνέχισε «όχι δεν μου είπε τίποτα. Έχω να της μιλήσω αρκετό καιρό επίσης.» ήταν εντελώς σίγουρος δεν φαινόταν ίχνος αμφιβολίας στην φωνή του. Πριν απαντήσω κοίταξα λίγο το κενό ανάμεσα σε αυτό και τον τοίχο. Γιατί η μητέρα μου να έκανε κάτι τέτοιο;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μου είπε ότι του είχε μιλήσει. Προφανώς ήθελε να με στείλει εδώ και να αποφασίσω μόνος μου ότι το σωστό είναι να δουλέψω εδώ. Μου άφησε αν ήθελα το περιθώριο να αποφασίσω ότι τελικά δεν θα ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα. Άφησε πάνω μου την επιλογή. Για λίγο ένιωσα το βάρος να φευγιά από τους ώμους αντί να νιώθω περισσότερο. Αντίθετα αυτή η ελευθερία βούλησης με καθησύχασε. Ήξερα πως το κουτί με της ευθύνες είχε ανοίξει και περίμεναν όλες να τις αναλάβω άλλα ξεχνούσα ότι η επιλογή ήταν δική μου. Δεν ήταν αυτό που ήθελα. Σίγουρα όχι. Έκανα να απαντήσω όταν ένας βήχας συγκλόνισε το λαιμό μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι καλά Έντουαρντ ;» άκουσα τον Ευστάθιο μέσα από την κρίση βήχα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι μια χαρά.» άρθρωσα τα λέξεις με δυσκολία σχεδόν πνιγόμουν. Ένιωσα να ζαλίζομαι όλα γύρω μου γυρνούσαν ασταμάτητα. «’Όσο για την μητέρα μου μάλλον θα κατάλαβα λάθος.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον είδα να με κοιτάζει με απορία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλύτερα να πηγαίνω.» κατάφερα να ψελλίσω με βραχνιασμένη φωνή. Βγήκα από το δωμάτιο με ένα νέο πρόβλημα να βαραίνει τις πλάτες μου πλέον όπου το επάγγελμα που θα ακολουθούσε είχε ξεκαθαριστεί . Ήμουν άρρωστος. Προφανώς τις τελευταίες δυο μέρες που κυκλοφορούσα συνεχώς στο χιόνι αρρώστησα από μια γρίπη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βγήκα από το κτήριο αποφασισμένος ότι πλέον τις επιλογές τι έκανα εγώ. Και είχα ήδη κάνει την πιο σοφή. Δεν θα ακολουθούσα κάτι που δεν μου άρεσε. Μόλις όλα έμπαιναν στην θέση τους σχετικά με την υγεία της μητέρας μου, θα ακολουθούσα αυτό που ήθελα να κάνω θα πήγαινα να βοηθήσω στον πόλεμο. Τα πόδια μου βούλιαξαν στο πυκνό χιόνι. Το τσουχτερό κρύο με κατέκλεισε. Έριξα μια τελευταία ματιά στο επιβλητικό κτήριο σίγουρος πλέον πως δεν ανήκω εδώ. Έβαλα την δερμάτινη μου μπότα στον αναβατήρα και ανέβηκα στο άλογο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα στο ζεστό καθιστικό του σπιτιού. Ήταν για ακόμη μια φορά άδειο. Το είχα συνηθίσει πλέον. Τι τελευταίες μέρες ήταν συνεχώς άδειο. Κρέμασα το παλτό μου όταν η Ρόουζ φάνηκε στο πλατύσκαλο. Το πρόσωπο της φωτιζόταν μόνο από το τζάκι μιας και έξω είχε σουρουπώσει εντελώς. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η μητέρα σας είναι πάνω έχει ξαπλώσει από νωρίς κύριε Μέισεν.» είπε μόλις με είδε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η Ιουλιέτα;» είπα με μια μηδενικό ενδιαφέρον να σκαλίζει την φωνή μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα κοιμηθεί εδώ απόψε. Έφεραν πριν λίγο τα πράγματα της. Πιθανώς τώρα είναι μαζί με την μητέρα σας.» έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι χειρότερα τώρα. Η Ιουλιέτα είπε πριν ότι είχε πολύ πυρετό.» έδειχνε ανήσυχη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αύριο το πρωί θα έρθει ο δόκτωρ Καρλάιλ και θα την κοιτάξει. Η ανησυχία δεν βοηθάει σε τίποτα.» έκανα να γυρίσω να πάω στο καθιστικό όταν θυμήθηκα « φτιάξε μου σε παρακαλώ το υπνοδωμάτιο. Θα κοιμηθώ νωρίς σήμερα έχω μια ελαφριά αδιαθεσία. Μάλλον κόλλησα κάποια γρίπη.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατευθύνθηκα προς το καθιστικό και άκουσα τα βήματα καθώς ανεβαίνουν την σκάλα. Η φωτιά τριζοβόληζε ακόμα χαρούμενη στο μεγάλο μαρμάρινο τζάκι. Κάθισα σε μια πολυθρόνα και έκλεισα για λίγο τα μάτια. Ζαλιζόμουν απίστευτα και ένιωθα ένα ρίγος σε όλο μου το κορμί. Είχα σίγουρα αρρωστήσει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φώναξα το όνομα της Έλενας. Ύστερα από λίγο φάνηκε στο σαλόνι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε παρακαλώ φτιάξε μου ένα ποτήρι τσάι με γάλα.» έγνεψε και πήγε στην κουζίνα. Έπειτα από λίγο κρατούσα στα χέρια μου μια καυτή κούπα τσάι με γάλα. Κατέβασα μια γουλιά και σκέφτηκα ότι το μόνο που με περίμενε τώρα ήταν το ζήτημα τη μητέρας μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ζήτημα με την Ιουλιέτα είχε κλείσει οριστικά. Η μήπως όχι; Ήξερα πλέον ότι δεν ένιωθα τίποτε για εκείνην. Αλλά τώρα δεν ένιωθα και τελείως σίγουρος. Έκλεισα τα μάτια και η ίδια φράση σχηματίστηκε ξανά και ξανά στα χείλη μου. Η υγεία της μητέρας μου προέχει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε λίγο η Ρόουζ πλησίασε το καθιστικό κατεβαίνοντας στην σκάλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Το δωμάτιο σας είναι έτοιμο.» είπε και έκανε μια ελαφριά υπόκλιση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε ευχαριστώ. Αύριο σε παρακαλώ να με ξυπνήσεις αρκετά νωρίς.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το σώμα μου έλεγε πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον ένιωθα καταβεβλημένος αλλά έπρεπε τόσα να γίνουν. Ανέβηκα την σκάλα με μεγάλα βήματα και μπήκα στο υπνοδωμάτιο. Άλλαξα γρήγορα ρούχα και χώθηκα κάτω από τα παχιά πουπουλένια σκεπάσματα ακόμα και εκεί όμως το ρίγος επέστρεφε ξανά και ξανά στην πλάτη μου. Ο βήχας τάραζε κάθε τόσο το κορμί μου και το κεφάλι μου πονούσε αφόρητα. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια και αποκοιμήθηκα με εφιάλτες να βασανίζουν τον ύπνο μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αλλεπάλληλα χτυπήματα στην πόρτα με ξύπνησαν. Το φως έμπαινε διάχυτο από τα μεγάλα παράθυρα του δωματίου. Ήμουν χωμένος μέσα στα σκεπάσματα και ακόμα κρύωνα και ζαλιζόμουν. Σηκώθηκα και ντύθηκα γρήγορα με ένα κοστούμι. Άνοιξα την πόρτα και είδα την Ρόουζ να στέκεται και να με κοιτάει με ένα ανήσυχο βλέμμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είστε λίγος χλωμός.» είπε τελικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είμαι μια χαρά.» βιάστηκα να την διορθώσω. Ώρα ήταν τώρα να αρχίσω να αρχίσω και με μια απλή γρίπη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η μητέρα σας έχει κατέβει ήδη κάτω. Περιμένει τον γιατρό.» έκανε μια παύση σαν να δίσταζε να συνεχίσει αλλά τελικά ξεστόμισε «Μήπως πρέπει να κοιτάξει και εσάς ο δόκτωρ Καρλάιλ;» είπε και έπιασε το χέρι μου. Το τράβηξα κατευθείαν αλλά έδειχνε σαν να είχε καταλάβει αυτό που ήθελε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχετε πυρετό.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ρόουζ σου είπα είμαι μια χαρά. Έχω κάποια απλή γρίπη.» την διέκοψα γρήγορα και κατέβηκα τις σκάλες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στο καθιστικό καθόταν η μητέρα μου και δίπλα η Ιουλιέτα. Η μητέρα μου μόλις κατέβηκα γύρισε και με κοίταξε. Η Ιουλιέτα αντιθέτως έκατσε ατάραχη στην θέση της κοιτάζοντας έξω από τα μεγάλα παράθυρα. Πίστευα ότι αφότου μου είχε αποκαλύψει πως είναι ερωτευμένη μαζί μου και μετά από αυτό που έγινε χτες στον κήπο θα συμπεριφερόταν διαφορετικά. Ήταν σαν μην έγινε τίποτα. Απορώ πως μια κοπέλα που μπορεί και κρύβει τόσα καλά τα συναισθήματα της προδόθηκε από την λάμψη στα μάτια της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλημέρα.» είπε η μητέρα μου με μια βραχνή φωνή και αμέσως άρχισε να βήχει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλημέρα.» είπα κοιτώντας και προς την πλευρά της Ιουλιέτας που δεν γύρισε καν να με κοιτάξει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι καλύτερα;» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μια χαρά μόνο λίγο ζαλισμένη.» Έγνεψα και πήγα προς την κουζίνα. Η Έλενα είχε στρώσει το τραπέζι. Κάθισα και την καλημέρισα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλή μέρα.» αποκρίθηκε και σέρβιρε στο πορσελάνινο φλιτζάνι μου λίγο γάλα. Έπιασα ένα ψωμάκι και άρχισα να κόβω μικρές μπουκιές με το στόμα μου. Την είδα να βγαίνει από το δωμάτιο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έστρεψα το βλέμμα μου στο παράθυρο κοιτώντας για κάποια άμαξα να πλησιάζει. Ελπίζω ο δόκτωρ Καρλάιλ να μην αργούσε όπως η Ιουλιέτα. Σήμερα το πρωινό ήταν σχεδόν συνηθισμένο. Η μητέρα μου καθόταν στο σαλόνι και εγώ έτρωγα πρωινό μονός μου στην τραπεζαρία. Η μονιά αλλαγή ήταν η παρουσία της Ιουλιέτας καθώς και η γρίπη της μητέρας μου. Σε αντίθεση όμως με τις δυο προηγούμενες μέρες η σημερινή ήταν απλά υπέροχη. Έπιασα το φλιτζάνι με το γάλα και ανέβασα το χέρι μου να πιω μια γουλιά όταν βήχας με τάραξε πάλι. Το φλιτζάνι έπεσε από τα χέρια μου και έσπασε στο πάτωμα. Ο ήχος της πορσελάνης καθώς διαλυόταν σε χιλιάδες μικροσκοπικά θραύσματα με έκανε να καταλάβω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχα πάθει την ισπανική γρίπη. Εμφάνιζα ακριβώς τα ίδια συμπτώματα με τους γονείς μου. Ένιωσα τον φόβο να διατρέχει όλη μου την σπονδυλική στήλη. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια και σκέφτηκα το ενδεχόμενο να έχω και εγώ την γρίπη. Δεν θα το άντεχα. Δεν θα μπορούσα να σηκώσω όλο αυτό το βάρος σε συνδυασμό με την γρίπη. Θα πέθαινα και θα άφηνα μόνη την μητέρα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είδα μια μαύρη άμαξα να πλησιάσει την αυλόπορτα. Ένας νεαρός με ξανθά μαλλιά βγήκε από μέσα. Ο δόκτωρ Καρλάιλ. Κάποιος βγήκε από το σπίτι και τον έφερε μέσα. Προφανώς η Έλενα. Άκουσα την πόρτα από το καθιστικό να ανοίγει και φωνές που καλωσόριζαν. Είχε έρθει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βγήκα από την τραπεζαρία με ένα αποπροσανατολισμένο βλέμμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλησπέρα κύριε Μέισεν.» είπε μόλις με είδε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σας ευχαριστώ που ήρθατε» έγνεψε και μετά είδα μια λεπτή ρυτίδα να σχηματίζεται ανάμεσα στα μάτια του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φαίνεστε λίγο χλωμός. Συμβαίνει κάτι;» η ερώτηση του με πάγωσε. Δεν μπορούσα μπροστά σε όλους να πω ότι μάλλον έχω κολλήσει την ισπανική γρίπη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ας επικεντρωθούμε στην μητέρα μου καλύτερα.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μάλιστα.» είπε και της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει. Ανέβηκαν στα πάνω δωμάτια. Κάθισα στο καθιστικό δίπλα στην Ιουλιέτα ζαλισμένος. Κρύος ιδρώτας έτρεχε στο μέτωπο μου. Η Έλενα αποσύρθηκε στον διάδρομο προς στα μέσα δωμάτια αφήνοντας με μόνο με την Ιουλιέτα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έντουαρντ» ψιθύρισε με την φωνή της να τρεμοπαίζει σαν φλόγα. Με το ζόρι άκουσα τι είπε γιατί ψιθύρισε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συνέχεια αποδείχτηκε μοιραία. Δεν μπορούσα να μην παραδεχτώ την αλήθεια στα λόγια που επακολούθησαν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σ’ αγαπώ.» η φωνή της στο τέλος έσπασε σε αυτό το συναίσθημα που δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν μέχρις χτες. Ήταν ο έρωτας. Όχι τώρα σκέφτηκα από μέσα μου. Δεν ήξερα τι ένοιωθα σχετικά με την Ιουλιέτα και δεν μπορούσα να το μάθω τώρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα αν η μητέρα μου είναι καλά, εάν εγώ είμαι καλά. Αυτό θα με σκότωνε τώρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν ξέρω.» απάντησα ψιθυριστά. Δεν κατάλαβε τι εννοούσα αλλά φτάνει και μόνο που άκουσα τον εαυτό μου να λέει μπροστά της την αλήθεια. Δεν ήξερα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έκλεισα τα μάτια μου. Έπειτα από λίγο άκουσα βήματα στην σκάλα. Το χνότο της Ιουλιέτας ακουγόταν όλη αύτη την ώρα δίπλα μου. Δεν μιλούσε όμως. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τη μητέρα μου να κατεβαίνει την σκάλα. Η Ιουλιέτα σκούπισε τα μάτια της. Έκλαιγε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Καρλάιλ ήταν φανερά ανήσυχος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κύριε Μέισεν.» είπε και πλησίαζε δίπλα μου «Φοβάμαι πως η υγεία της μητέρας σας χειροτερεύει. Θα πρέπει να μεταφερθεί στο νοσοκομείο οπού θα μπορώ να την παρακολουθώ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα λόγια του με συγκλόνισαν έπρεπε να περιμένω κάτι τέτοιο. Ήταν χάλια. Έκλεισα για άλλη μια φόρα τα μάτια μην θέλοντας να αντικρίζω τα προβλήματα μου. Σε λίγα λεπτά ήμουν μέσα σε μια άμαξα και πλησίαζα προς το νοσοκομείο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*** &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πτέρυγα του νοσοκομείου που φιλοξενούσε όσους έπασχαν από την ισπανική γρίπη χωριζόταν σε χιλιάδες μικρά δωμάτια. Το καθένα είχε ένα κρεβάτι και έναν μικρό μαρμάρινο νιπτήρα. Καθόμουν σε μια ξύλινη καρέκλα μέσα σε ένα τέτοιο δωμάτιο και κοιτούσα την μητέρα μου ξαπλωμένη στο κρεβάτι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Ιουλιέτα είχε μαζέψει τα πράγματα της και είχε έρθει μαζί μας. Τώρα ήταν κάπου μέσα στο νοσοκομείο. Ίσως να μην την ξαναέβλεπα ποτέ. Ένιωσα μια συνεχής ζαλάδα και κάθε τόσο βήχας συγκλόνιζε τον λαιμό ο όποιος έκαιγε. Η μητέρα μου κοιμόταν γαλήνια. Ιδρώτας έλουζε το μέτωπο της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βγήκα από το δωμάτιο και έπεσα πάνω στο γιατρό. Έπρεπε να του πω ότι μάλλον ήμουν επίσης άρρωστος. Φοβόμουν να κάνω τέτοιο. Δεν θα μπορούσα να αντέξω την αρρώστια. Θα άφηνα μόνη την μητέρα μου. Το χέρι μου άγγιξε κατά λάθος το δέρμα του χεριού του. Ήταν παγωμένο. Όσος να ήταν επειδή εγώ είχα πυρετό. Δεν έδωσα σημασία . &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πρέπει να σας μιλήσω.» είπα και έκανα στην άκρη για να περάσει μια νοσοκόμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συμβαίνει κάτι σχετικά με την μητέρα σας;» είπε με ήρεμη φωνή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι βασικά πρόκειται για εμένα.» έγνεψε και περίμενε να συνεχίσω. Δεν έβρισκα όμως την δύναμη. Η αλήθεια με φόβιζε. Αν τελικά πράγματι ήμουν άρρωστος δεν θα άντεχα. Τώρα τουλάχιστον υπήρχε μια ελπίδα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φοβάμαι πως αρρώστησα και εγώ.» τα λόγια χόρεψαν στην γλώσσα μου και έμειναν να αιωρούνται στον αέρα. Τον είδα να ξεροκαταπίνει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα πρέπει να σε εξετάσω .» μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Χώθηκα μέσα στον στενό διάδρομο και τον ακολούθησα ως μια πόρτα που έγραφε απέξω δόκτωρ Καρλάιλ Κάλλεν. Άνοιξε την πόρτα και αντίκρισα ένα μεγάλο αρκετά φωτεινό δωμάτιο. Είχε στο κέντρο ένα γραφείο. Από πίσω υπήρχε ένα τεράστιος πινάκας ζωγραφικής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έδειχνε τρεις μορφές ντυμένες με όμορφα ρούχα σε ένα μπαλκόνι να κοιτούν το πλήθος από κάτω. Κρατούσαν ένα ποτήρι στο χέρι και έμοιαζαν από μια άλλη εποχή. Στον λαιμό τους κρεμόταν ένα χρυσό μενταγιόν με κάποιο έμβλημα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθισε στην πολυθρόνα πίσω από το γραφείο και μου έκανε νόημα να καθίσω. Άνοιξε ένα συρτάρι και έβγαλε ένα ασημένιο στηθοσκόπιο. Αφουγκράστηκε απαλά τους χτύπους της καρδίας μου. Ήταν έτοιμη να σπάσει από όλο τον φόρτο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μάλιστα. Πολύ φοβάμαι πως θα πρέπει να μείνετε μαζί μας για κάποιες μέρες. Πιθανώς πάσχετε από την ισπανική νόσο.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα λόγια του με χτύπησαν σαν δυνατά χαστούκια. Ένιωθα ακριβώς σαν ένα κυκλάμινο στο χιόνι. Ένα πανέμορφο λουλούδι σαν την ζωή μου πριν το θάνατο του πατέρα μου που τελικά όταν χιονίσει μαραίνεται και τελικά πεθαίνει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά τον θάνατο τους πατέρα μου η μητέρα μου αρρώστησε ερωτεύτηκα κάποια που δεν ήξερα και τώρα ήρθε η ώρα να γίνει το τελευταίο;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έκλεισα για μια τελευταία φόρα τα μάτια μου αναγκάζοντας την ζαλάδα να εξαφανιστεί. Βγήκα από το δωμάτιο και μια νοσοκόμα με οδήγησε σε ένα δωμάτιο. Ξάπλωσα και ένιωσα αμέσως φυλακισμένος. Όλη μου η ζωή γκρεμίστηκε μέσα σε μόλις δυο μέρες. Δεν ήξερα πλέον τι να κάνω. Είχα αρρωστήσει από την γρίπη, με είχε ερωτευτεί μια κοπέλα που ούτε ήξερα καλά και μάλλον την ερωτεύτηκα και εγώ. Πάνω από όλα όμως ήταν η υγεία της μητέρας μου. Και τώρα ακολούθησα την ίδια οδό. Ένιωθα καταβεβλημένος. Έκλεισα τα μάτια και σε λίγο αποκοιμήθηκα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ονειρεύτηκα τον πατέρα μου να κάθεται μαζί με την μητέρα μου στον κήπο μας. Κάτω από τις δυο ανθισμένες κατακόκκινες πασχαλιές. Ήταν και οι δυο υγείες και ευτυχισμένοι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*** &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν άνοιξα τα μάτια μου ήταν σαν μην είχε περάσει ούτε δευτερόλεπτο. Ήμουν ακόμη στο δωμάτιο ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Το φως που έμπαινε προηγουμένως από το παράθυρο δεν υπήρχε πλέον καθώς έξω ο ήλιος έδυε. Αφουγκράστηκα προσεχτικά. Άκουγα μια φωνή να μιλάει σε κάποιον. Ήταν πολύ σιγά αλλά παρόλα αυτά μέσα στην απόλυτη σιγή που επικρατούσε στο δωμάτιο μπορούσα να την ακούσω. Δεν μπορούσα όμως να καταλάβω τα λόγια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωνή μου θύμιζε εκείνη της Ιουλιέτας. Τα λόγια της ‘σ’ αγαπώ’ ήταν τελευταία λέξη που είχα ακούσει από τα χείλη της. Ακόμα δεν ήξερα τη να απαντήσω σε κείνη την δική της φράση. Η φωνής σε λίγο σταμάτησε. Το κεφάλι μου πονούσε αφόρητα και ένιωθα το λαιμό μου να καίει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πόρτα άνοιξε και μια νοσοκόμα μπήκε στο δωμάτιο. Άφησε την πόρτα ανοιχτή και πλέον μπορούσα να ακούσω καθαρά την φωνή. Ήταν της μητέρας μου. Τα λόγια της ήταν μπερδεμένα δεν είχα ιδέα τι εννοούσε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε ικετεύω κάνε ότι μπορείς να κανείς για να σώσεις τον γιό μου.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν άντεχα άλλο το βάρος όλων αυτών. Ένιωθα ένα βάρος να πλακώνει την καρδια μου. Βήχας συγκλόνισε τα πάντα. Είδα την νοσοκόμα να βγαίνει από το δωμάτιο. Έκλεισα για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα άνοιξα μετά από λίγο. Ίσως όμως και να ήταν έπειτα από ώρες. Μπορεί να είχα αποκοιμηθεί. Είδα την πόρτα να ανοίγει ξανά και μια μορφή μπήκε μέσα. Δεν μπορούσα να δω καθαρά. Δάκρυα έτρεχαν στα μάτια μου. Δεν έπρεπε να αφήσω την μητέρα μου. Ειδικά τώρα δεν έπρεπε να την αφήσω μόνη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είδα την μορφή του Καρλάιλ να με πλησιάζει. Το χέρι του άγγιξε το λαιμό μου. Ήταν παγωμένο σαν να άγγιξα χιόνι. Τα δάκρυα έτρεχαν στα ματιά μου. Ένιωσα το χέρι του να τρέμει. Σαν να δίσταζε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένιωσα τα χείλη του να αγγίζουν τον λαιμό μου. Η υφή των δοντιών του σκάλισε το δέρμα μου. Μετά όλα κατακλείστηκαν από πόνο. Καιγόμουν καθώς τα δόντια του μπήγονταν στην σάρκα του λαιμού μου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-261127202405860761?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/261127202405860761/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=261127202405860761' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/261127202405860761'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/261127202405860761'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2010/12/blog-post_18.html' title='Κυκλάμινα Στο Χιόνι'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TQvk5CACO9I/AAAAAAAAAP0/ivZHf5U_WJc/s72-c/tpmovie_85350.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-6715411846219247710</id><published>2010-12-15T23:56:00.001+02:00</published><updated>2011-02-24T23:36:23.098+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κυκλάμινα Στο Χιόνι'/><title type='text'>Κυκλάμινα Στο Χιόνι</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TQk5Ldrr8sI/AAAAAAAAAPw/V8kXunsWV2w/s1600/FlowerRob2.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="300" n4="true" src="http://4.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TQk5Ldrr8sI/AAAAAAAAAPw/V8kXunsWV2w/s320/FlowerRob2.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Μέρος δεύτερο &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Ο κήπος με τα βατόμουρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Edward&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;s POV&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;Το χέρι μου κύλησε πάνω στο μαονένιο γραφείο του Καρλάιλ. Τα λόγια του αντηχούσαν ακόμα στον αέρα. Δεν θα άφηνα έτσι την μητέρα μου. Έσφιξα τα δόντια μου και τον κοίταξα ξανά στα χρυσαφένια του μάτια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πρέπει να έρθετε να την δείτε.» επανέλαβα αποφασιστικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κύριε Μέισεν σας εξήγησα ότι η Ιουλιέτα που έστειλα είναι πολύ καλή. Αν συμβαίνει κάτι θα σας ειδοποιήσει. Σήμερα τουλάχιστον δεν έχω χρόνο να επισκεφτώ την μητέρα σας.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ωραία τότε αύριο. Το συντομότερων δυνατόν.» παρακάλεσα σχεδόν ικετευτικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα σας ενημερώσω μήπως περάσω αύριο.» είπε τελικά. Ξεκίνησα να προσπαθήσω να τον αναγκάσω να περάσει τώρα αλλά ήταν αμείλικτος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ευχαριστώ πολύ.» είπα χρησιμοποιώντας όσο πιο ζεστό τόνο μπορούσα. Φόρεσα το παλτό μου και βγήκα από το δωμάτιο. Προσπέρασα γρήγορα του διαδρόμους με το μυαλό μου κενό. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ πλέον. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν όντως ήταν μια χαρά; Αν δεν είχε την ισπανική γρίπη και ήταν απλά μια εμμονή που μου είχε κολλήσει; Το κρύο με κατάκλεισε μόλις βγήκα από το κτήριο. Οι δρόμοι ήταν έρημοι και χιόνι έπεφτε πυκνό καλύπτοντας τα πάντα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ανέβηκα πάνω στο άλογο και το χτύπησα για να ξεκινήσει. Άρχιζε να καλπάζει στο χιόνι. Τα πράγματα ήταν πολύ μπερδεμένα τις τελευταίες μέρες. Τόσο που πια δεν ήξερα τι να κάνω. Το μόνο που μπορούσα να επαναλάβω συνεχώς μέσα μου ήταν ότι δεν έπρεπε να μείνω άπραγος. Αυτό ήταν εύκολο αρκεί να ήξερα τι έπρεπε να γίνει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκέφτηκα ξανά την νοσοκόμα που είχε στείλει ο δόκτωρ Καρλάιλ. Δεν μπορούσα με τίποτα να καταλάβω γιατί το πρόσωπο της έλαμπε τόσο έντονα όταν με είδε. Ήταν σαν να ζωντάνεψα κάτι μέσα της. Κάποιο συναίσθημα. Έδιωξα με θυμό τις σκέψεις από το μυαλό μου. Δεν είχα καμιά όρεξη να ασχοληθώ με μια απλή κοπέλα που θα αναγκαζόμουν να βλέπω κάποιες μέρες μέχρι η μητέρα μου να γίνει καλά. Ή μήπως είχα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ξέρω γιατί αλλά ένιωσα όμορφα μόλις την σκέφτηκα. Εντάξει ήταν πολύ όμορφη αυτό ήταν γεγονός. Αλλά έτρεχε κάτι παραπάνω;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έσφιξα τα μάτια μου και σταμάτησα το άλογο. Το χιόνι που έπεφτε τώρα μανιωδώς άρχισε γρήγορα να βρέχει τα ρούχα μου. Δεν κουνήθηκα όμως χιλιοστό. Δεν έπρεπε με τίποτα τώρα να ασχοληθώ με αυτά. Έτσι θα χάσω τον πόλεμο. Αν δεν επικεντρωθώ στην υγεία της μητέρας μου. Δεν τρέχει τίποτα με αυτήν την κοπέλα. Απλά το γεγονός ότι με κοιτούσε με τόση…&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν μπορούσα να ολοκληρώσω την πρόταση. Δεν είχα ιδέα τι είδους συναίσθημα ήταν αυτό στα μάτια της. Και μόνο η ιδέα ότι ίσως να με αγαπούσε με έκανε να την σκέφτομαι όμορφα. Δεν ήταν όμως τίποτε άλλο. Ήταν απλά το γεγονός ότι ίσως να έτρεφε συναισθήματα για μένα. Μόνο αυτό επανέλαβα στον εαυτό μου πολλές φορές. Το χιόνι είχε κάτσει πάνω στους ώμους μου. Είχα παγώσει.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χτύπησα με δύναμη τα χαλινάρια. Το άλογο χλιμίντρισε και σηκώθηκε στα δυο πόδια. Αμέσως ξαναχτύπησε το έδαφος και άρχισε να τρέχει. Ένα στρώμα χιονιού σηκώθηκε στον αέρα. Οι σκέψεις μου συνέχιζαν να γεμίζουν με την εικόνα των ματιών της και το πως έλαμπαν καθώς με αποχαιρετούσε. Επικεντρώθηκα ξανά στην μητέρα μου. Δεν είχε όμως νόημα δεν ήξερα τι μπορεί να είχε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σταμάτησα να σκέφτομαι οτιδήποτε. Όλες μου οι σκέψεις οδηγούσαν σε αδιέξοδο. τόσο για την μητέρα μου όσο και για την Ιουλιέτα. Προσπάθησα να αδειάσω εντελώς το μυαλό μου. Τα κατάφερα μετά από λίγο. Ο ήχος του χιονιού καθώς έπεφτε προς το έδαφος με γαλήνευε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το σπίτι άρχισε να διακρίνεται έπειτα από λίγο. Χτύπησα μια φορά με τα χαλινάρια για να κόψει το άλογο ταχύτητα. Σταμάτησε έξω από το φράχτη. Κατέβηκα και έπιασα το λουρί το. Περπάτησα πάνω στο πυκνό χιόνι. Κάθε μου βήμα βούλιαζε μέσα του. Είχα παγώσει ολόκληρος. Έβαλα γρήγορα το άλογο στον αχυρώνα και μπήκα μέσα στο σπίτι. Ζεστασιά με κατέκλυσε. Το τζάκι έκαιγε στο καθιστικό. Η Έλενα που με άκουσε καθώς έμπαινα ήρθε και πήρε το παλτό μου. Ήταν μούσκεμα όπως και τα ρούχα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Να σας βοηθήσω;» πρότεινε και άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του πουκαμίσου μου. Το έβγαλε εντελώς από πάνω μου. Το μεσοφόρι μου ήταν μούσκεμα και είχε κολλήσει πάνω στην επιδερμίδα μου. Οι κοιλιακοί μου διαγράφονταν μέσα από το ύφασμα. Ένιωσα άβολα καθώς έβγαζε το ρούχο και αποκάλυψε το στήθος μου γυμνό. Το άγγιγμα της ήταν ζεστό. Αμηχανία με κατέκλεισε αμέσως. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εντάξει σε ευχαριστώ.» είπα και αποτραβήχτηκα πίσω «θα βγάλω τα υπόλοιπα πάνω και θα στα φέρω μετά κάτω να τα στεγνώσεις.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έκανα να ανεβώ την σκάλα όσο πιο γρήγορα μπορούσα μήπως και καταφέρω να σπάσω την αμηχανία στο δωμάτιο όταν θυμήθηκα ότι δεν είχα ρωτήσει για την μητέρα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η μητέρα μου;» είπα με απορία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι πάνω με την Ιουλιέτα. Ξεκουράζεται.» είπε καθώς παράλληλα δίπλωνε το πουκάμισο μου και το γιλέκο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε ευχαριστώ.» είπα αγνοώντας το όνομα της Ιουλιέτας. Δεν ξέρω πραγματικά τι με είχε πιάσει. Όλο αυτό το συναίσθημα που εξέπεμψε προς το μέρος μου με είχε καταβάλει άσχημα. Δεν ήξερα τι ήταν ακριβώς και πως έπρεπε πως να αντιδράσω. Όχι τώρα. Δεν μπορούσα τώρα. Είχα να σκεφτώ την μητέρα μου. Και αυτή η γυναίκα απλά μπέρδευε τα πράγματα. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως. Δεν έκανε τίποτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αλλά μόνο και μόνο η ζωντάνια και η λάμψη που υπήρχε στα μάτια της καθώς μου μιλούσε ήταν αρκετή. Ίσως να ήταν τυχαίο. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι με αναστατώσει τόσο. Δεν είχε συμβεί τίποτα. Γιατί ένιωθα τόσο περίεργα;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ανέβηκα γρήγορα την σκάλα και μπήκα μέσα στο δωμάτιο μου. Έβγαλα εντελώς τα βρεμένα ρούχα. Άνοιξα την ντουλάπα και έβγαλα από μέσα ένα καινούργιο καθαρό κουστούμι. Το φόρεσα και κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Έκρυψα με τα χέρια μου το πρόσωπο μου προσπαθώντας να σκεφτώ καθαρά. Κάτι πάνω σε αυτήν την γυναίκα με είχε αποπροσανατολίσει εντελώς. Η μητέρα μου δεν ήταν καλά. Αυτό μετρούσε. Προείχε εκείνη. Έπρεπε να την ξανακάνω καλά. Αυτός δεν ήταν ο στόχος μου σήμερα το πρωί;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τι είχε συμβεί ξαφνικά και τον είχα χάσει; Βγήκα από το δωμάτιο με το μυαλό μου καθαρό. Είχα ξαναβρεί τον στόχο μου. Να κάνω τα πάντα ώστε η μητέρα μου να είναι ξανά υγιείς. Κατέβηκα γρήγορα την σκάλα και αντίκρισα στο πλατύσκαλο την Iουλιέτα. Δίπλα της καθόταν η μητέρα μου. Ένιωσα το λαιμό μου να καίγεται και με κατέκλυσε βήχας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γύρισαν και οι δυο προς το μέρος μου. Ωραία . έσφιξα σε γροθιά τα χέρια μου και πήγα προς το σαλόνι. Χαμογέλασα και κάθισα σε μια πολυθρόνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλησπέρα.» είπα κρύβοντας με επιδεξιότητα την αμηχανία μου «δεν είχα την ευκαιρία να συστηθώ την σήμερα το πρωί.» είπα κοιτώντας την Ιουλιέτα. Ξεροκατάπια και πριν κατακλειστώ ξανά από την αναποφασιστικότητα άρθρωσα το όνομα μου. «Έντουαρντ.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το βλέμμα της είχε εκείνη ακριβώς την λάμψη. Ήταν ακόμα όμως ρηχό όπως και την προηγούμενη φορά. Μόνο που αυτήν την φορά η λάμψη του ήταν μεγαλύτερη. Με το ζόρι κρατήθηκα να μην την ρωτήσω ευθέως αν τρέχει κάτι. Ήταν η μητέρα μου μπροστά όμως. Μόνο αυτό με λογίκεψε. Τις είδα να κάθονται στον καναπέ κοντά στην πολυθρόνα που είχα καθίσει και εγώ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν;» είπα με την αμηχανία να διαπνέει αυτή τη φορά την φωνή μου. Η Ιουλιέτα απάντησε με έναν τόνο που δεν περίμενα να ακούσω στην φωνή της. Το πρόσωπο της έλαμπε αλλά δεν υπήρξε ενθουσιασμός στον τόνο της. Ίσα ίσα η φωνή της ήταν σταθερή και συγκρατημένη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κύριε Μέισεν φοβάμαι ότι η μητέρα σας ίσως πάσχει από την ισπανική γρίπη.» το τελευταίο δευτερόλεπτο η φωνή της έσπασε και ένιωσα ένα παράξενο συναίσθημα να με κατακλείνει. Τα λόγια της σε συνδυασμό με τον παράξενο τόνο που υπήρχε στην φωνή της καθώς πρόφερε την τελευταία λέξη στην φράση της με έκαναν να παγώσω ολόκληρος. Ένιωσα ένα ρίγος να διαπερνάει όλο μου το σώμα. Η ανάσα μου κόπηκε και ένα παράξενο συναίσθημα φώλιασε στο στήθος μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οποιαδήποτε αμφιβολία σχετικά με το αν είναι καλά είχε γκρεμιστεί. Δεν το άντεχα αυτό, τώρα, μόλις ένα μήνα μετά από όταν ο πατέρας μου έφυγε. Και σε συνδυασμό είχε έρθει αυτή η γυναίκα και είχε βαλθεί να με τρελάνει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι σίγουρο;» είπα κοιτώντας στα μάτια την μητέρα μου. Η απάντηση ήρθε από την μεριά της Ιουλιέτας. Ο τόνος που πλημμύριζε την φωνή έκανε κάθε ίχνος ζέστης να φύγει από το δωμάτιο. Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί αλλά ήταν σαν να μιλούσε σε κάποιον που ήξερε χρόνια και αγαπούσε υπερβολικά πολύ. Δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω αυτό το συναίσθημα τουλάχιστον τώρα. Με τόσα πράγματα να με περιμένουν και το μικρό κουτί της Πανδώρας να περιμένει υπομονετικά μέσα στο μυαλό μου να ανοίξει, ο έρωτας ήταν το τελευταίο που ήθελα τώρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το συναίσθημα που έβγαζε η Ιουλιέτα προς τα μένα έκανε απειλητικά την κλειδαριά στο μικρό αυτό κουτί στο μυαλό μου να τρίζει. Αν άνοιγε θα έβλεπα όλη μου την ζωή να καταρρέει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τίποτα δεν είναι σίγουρο Έντουαρντ.» είπε το όνομα μου με μια δόση ντροπής. Συνέχισε πριν προλάβω να την διακόψω. «Να σε λέω με το μικρό σου;» ρώτησε λες και ήταν βέβαιη για την απάντηση παρόλα αυτά περίμενα να γνέψω θετικά. Μόλις δέχτηκα με μια κάποια αμφιβολία και κυρίως επειδή είδα το βλέμμα της μητέρας μου να συμφωνεί η Ιουλιέτα άρχισε παλιά να μιλά. «Αν όμως τελικά έχει την γρίπη μπορούμε μόνο να ελπίζουμε.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Τα λόγια της, ο τόνος της, όλο αυτό το βάρος που έπρεπε ξαφνικά μέσα σε δυο μέρες να σηκώσω με πλάκωσε. Η μητέρα μου πέθαινε σχεδόν, ακολούθησε αυτό που έπαθε ο πατέρας μου και έμεινα πίσω να την βοηθήσω όλα όμως περιπλέχτηκαν τόσο που το μόνο που κάνω είναι να μην την βοηθάω. Δεν ήξερα πραγματικά τι να κάνω. Ήμουν σίγουρος πως η Ιουλιέτα ένιωθε κάτι για μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εγώ όμως δεν ήξερα αν ένιωθα κάτι για εκείνη. Ούτε την γνώριζα καλά καλά. Ούτε με γνώριζε. Μήπως ήταν όλα στο μυαλό μου;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ελίζαμπεθ πας λίγο μέσα να μιλήσω με την Ιουλιέτα;» χρησιμοποίησα το μικρό της όνομα για να την πείσω ευκολότερα. Έδεινα μια επισημότητα σε αυτό οπότε θα καταλάβαινε. Την είδα να σηκώνεται και να κατευθύνετε προς τον διάδρομο για τα μέσα δωμάτια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το φως της φωτιάς έπεφτε πάνω στα χαρακτηριστική της Ιουλιέτας αμβλύνοντας τα. Κάνοντας τα ομορφότερα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν;» μια απλή λέξη που περίκλειε τόσα πολλά και την έκανε να καταλάβει τα πάντα. Ο τόνος μου ήταν ουδέτερος και όμως μόνο αυτή η λέξη έφτανε για να ακούσω την απάντηση που περίμενα. Είδα το βλέμμα της να αλλάζει δείχνοντας ότι κατάλαβε της όμως ήταν αυτή που δεν περίμενα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι εννοείς;» η φωνή της ήταν εντελώς ουδέτερη. Φαίνεται πως είχε και εκείνη χάρισμα να μεταμορφώνει την φωνή της ανάλογα με αυτό που ήθελε. Πριν απαντήσω έκλεισα για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια. Ήταν σαν να τα έκλεισα για έναν αιώνα. Μέσα σε λίγο ξεκαθάρισα όσα ήξερα και όσα δεν γνώριζα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μητέρα μου πιθανότητα έχει την ισπανική γρίπη. Θα πάλευα για αυτό μέχρι τέλους. Δεν θα την άφηνα να ακολουθήσει ούτε στο ελάχιστον τον δρόμο του πατέρα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το δεύτερο που ήξερα χρειάστηκε περισσότερη ώρα για να ξεκαθαριστεί. Το επάγγελμα του πατέρα μου. Η μητέρα μου ήθελε να το ακολουθήσω. Προς το παρών όμως μπορούσα να το βάλω στην άκρη να ασχοληθώ μόνο με την μητέρα μου και έπειτα να επιλέξω αν θα το ακολουθήσω η αν θα πάω να κάνω αυτό που θέλω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ωραία όλα ήταν τόσο ξεκάθαρα όμως το τρίτο και τελευταίο ήταν αυτό που κατάστρεφε τα άλλα δυο. Η Ιουλιέτα. Δεν ήξερα πραγματικά τι συνέβαινε. Αρχικά ήμουν πεπεισμένος πως είναι ερωτευμένη μαζί μου. Τώρα όμως δεν είμαι σίγουρος ούτε για αυτό. Όταν άρχισα σήμερα μετά την επίσκεψη μου στον δόκτωρ Καρλάιλ να τρέφω ένα παράξενο συναίσθημα για αυτήν το εξήγησα στο γεγονός ότι είναι αντίκτυπο των συναισθημάτων που ένιωθε εκείνη για μένα. Πως εγώ δεν νιώθω τίποτε. Ούτε για αυτό ήμουν όμως σίγουρος πλέον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένιωθα ότι ίσως ο έρωτας να είχε έρθει την χειρότερη στιγμή για να ανακατέψει τα άλλα προβλήματα και να δημιουργήσει ένα γόρδιο δεσμό. Ο μόνος τρόπος που είχα να λύσω όλο αυτό το μπέρδεμα ήταν περάσω στην αντεπίθεση. Απάντησα στη ερώτημα της εντελώς ευθέως κρατώντας στην φωνή μου εντελώς ανέκφραστη και μιλώντας ψιθυριστά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ο τρόπος που με κοιτάς το πως μιλάς.» έκανα μια μικρή παύση για να σχηματίσω την πρόταση στο μυαλό μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι περίεργος. Νιώθω ένα συναίσθημα που αντλώ από εσένα να αντανακλάται πάνω μου.» είπα ακριβώς ότι πίστευα ξεκάθαρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Νομίζω πως κάνετε λάθος. Δεν συμπεριφέρομαι κάπως διαφορετικά σε εσάς από ότι σε οποιονδήποτε άλλον.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Η απάντηση της δεν μπορούσε να με καταστρέψει περισσότερο. Μήπως ήταν μόνο μια ιδέα που είχα; Μήπως νόμιζα ότι πραγματικά ότι με είχε ερωτευτεί επειδή την είχα εγώ ερωτευθεί;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χρειαζόμουν επειγόντως οξυγόνο. Η ζωή μου είχε περιπλεχτεί τόσο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μάλλον θα κάνω λάθος.» είπα παγερά «μπορείς να κοιτάξεις λίγο την μητέρα μου; Θα κάνω μια βόλτα και θα επιστρέψω αργότερα.» Πριν ολοκληρώσω την τελευταία λέξη μου βήχας κατάκλεισε όσα έλεγα. Ένιωσα τον λαιμό μου να γδέρνετε και έναν αφόρητο πόνο ανάμεσα στα μάτια. Ζαλιζόμουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άνοιξα την πόρτα του σπιτιού αρπάζοντας μια κάπα. Την φόρεσα και βγήκα στο τσουχτερό κρύο. Το πυκνό χιόνι που έπεφτε νωρίτερα με μανία είχε γίνει τώρα ένα παγερό αεράκι. Κάποιες μικρές χιονιάδες έπεφταν ακόμη αλλά η κακοκαιρία είχε κοπάσει. Προσπάθησα να αντιμετωπίσω τα συναισθήματα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αποκλείεται να την είχα ερωτευτεί. Ένιωθα ακόμη να κενό στην καρδιά μου και το συναίσθημα που ένιωθα αν ένιωθα τελικά κάτι για αυτήν την κοπέλα δεν κάλυπτε αυτό το κενό. Έλεγε ψέματα. Δεν μπορώ να εξηγήσω διαφορετικά την συμπεριφορά της. Ήταν ξεκάθαρο πως ένιωθε κάτι για μένα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήταν αυτό ο ερώτημα μέχρι και πριν λίγο. Αυτό το είχα σίγουρο. Το ερώτημα ήταν αν ένιωθα εγώ κάτι για αυτήν. Και τώρα δέκα λεπτά αργότερα το σίγουρο είναι ότι νιώθω κάτι για αυτήν και δεν ξέρω τι νιώθει εκείνη για μένα. Η μήπως ούτε αυτό ήταν σίγουρο;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήθελα να ουρλιάξω και να αποτινάξω από πάνω μου όλο αυτό που είχε δημιουργηθεί τις τελευταίες δυο μέρες. Με τον θάνατο του πατέρα μου πήρα μόνο μια ελάχιστη γεύση σχετικά με το τι θα επακολουθούσε. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως έγινε όλο αυτό το μπέρδεμα. Μήπως ήταν απλά όλο στο μυαλό μου; Είχα πάρει μια απόφαση. Θα τα ξεχνούσα όλα αυτά και θα ασχολιόμουν μόνο με την υγεία της μητέρας μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άνοιξα ξανά την πόρτα και μπήκα μέσα στο σπίτι. Η ζεστασιά του με κατάκλεισε. Ένιωσα όμορφα. Χτένισα με το βλέμμα μου το χώρο καθώς κρέμαγα την κάπα μου. Είδα την μητέρα μου να κάθεται στον καναπέ. Δεν υπήρχε ίχνος άλλης παρουσίας στο δωμάτιο. Πήγα και κάθισα δίπλα της.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η Ιουλιέτα;» η ερώτηση σκαλίστηκε αυθαίρετα στον λαιμό μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι πάνω ετοιμάζει το δωμάτιο της.» σταμάτησε λίγο καθώς βήχας ανέβηκε στον λαιμό της. Ένιωσα την ζαλάδα μου να αυξάνετε καθώς συνέχισε την φράση της. «Θα μείνει εδώ λίγο καιρό έως ότου γίνω καλά. Θα φέρει κάποιος τα ρούχα της αργότερα.» στην τελευταία φράση η φωνή της ήταν τόσο βραχνή που με το ζόρι κατάλαβα τι είπε. Έπιασα το χέρι της. Ήταν παγωμένο. Της ανέβαινε πυρετός. Χειροτέρευε λεπτό το λεπτό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μητέρα φοβάμαι ότι θα φύγεις όπως ο πατέρας και θα με αφήσεις εδώ.» είπα για πρώτη φορά τις σκέψεις μου τόσο ανοιχτά και με βοήθησε να ξεμπερδέψω κάποια πράγματα. Αν έφευγε θα χανόμουν. Δεν θα μπορούσα να σηκώσω το βάρος των ευθυνών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Άφησε το χέρι μου και με κοίταξε στα μάτια. Έπιασε με το ένα της χέρι απλά το πηγούνι μου. Έπειτα ξανακατέβασε το χέρι της κοντά στο άλλο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έντουαρντ είσαι χλωμός.» είπε και κοίταξε τα μάτια μου. Τα πράσινα μάτια της αντικατόπτρισαν τα δικά μου. «Δεν θέλω να ανησυχείς για μένα. Θα γίνω καλά. Ο πατέρας σου ήταν χειρότερα εγώ είμαι μια χαρά. Γιατί νομίζεις ότι άφησα την Ιουλιέτα να μείνει από την πρώτη στιγμή δεν την ήθελα. Μπορώ μια χαρά και μόνη μου. Την άφησα μόνο για να μην στεναχωριέσαι.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σάστισα. Είχε καταλάβει ότι ίσως να ένιωθα κάτι για την Ιουλιέτα. Επεξεργάστηκα λίγο τα λόγια της στο μυαλό μου και συνειδητοποίησα ότι απλώς εννοούσε ότι την είχε αφήσει εδώ για να μην ανησυχώ για εκείνην. Και αυτό έπρεπε να κάνω. Να ανησυχώ για εκείνη. Όχι να ασχολούμαι με προβλήματα που ίσως να μην υπήρχαν καν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συνέχισε να μιλάει επαναφέροντας ένα πρόβλημα που είχα αφήσει στην άκρη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υποσχέθηκα στον Ευστάθιο ότι θα περάσεις σήμερα να μιλήσετε μήπως αρχίσεις και δουλεύεις στην θέση του πατέρα σου Έντουαρντ. Πρέπει κάτι να κάνεις κάτι. Είναι ένας μήνας από όταν έφυγε και ακόμη δεν έχεις βρει δουλειά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα λόγια της ήταν αποφασισμένα. Ο Ευστάθιος ήταν ο καλύτερος φίλος του πατέρα μου καθώς ζούσε. Δούλευαν μαζί. Αυτή η συνάντηση που έπρεπε να κάνω μαζί του μου θύμισε την σκέψη που έκανα μόλις χθες το απόγευμα. Πρέπει να αναλάβω τις ευθύνες μου. Πόσο μακρινό έμοιαζε αυτό πλέον. Είχαν τόσα ακολουθήσει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μητέρα μου αρρώστησε και εγώ άρχισα να ερωτεύομαι κάποια που ούτε ξέρω, νομίζοντας ότι εκείνη είναι ερωτευμένη μαζί μου. Και μόλις χθες το απόγευμα νόμιζα ότι το μόνο μου πρόβλημα ήταν ένα θα πάω στον πόλεμο ή αν θα μείνω να φροντίσω την μητέρα μου. Τώρα ήταν που ήθελα πιο πολύ να πάω από κάθε άλλη φορά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπρεπε να συναντήσω τον Ευστάθιο. Το όνομα του, η εικόνα του, όλα αυτά που κουβαλούσε μαζί του μου έφεραν στην μνήμη εκτός από τις ευθύνες μου και το τελευταίο δευτερόλεπτο που αντίκρισα τον πατέρα μου. Η ανάμνηση κύλησε σαν νερό στο μυαλό μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο ήχος του χώματος καθώς έπεφτε πάνω στο ξύλινο φέρετρο που είχε μέσα τον πατέρα μου αντηχούσε ακόμα στον αέρα. Ένιωσα τον ήχο αυτό σαν κάποιος να είχε πάρει ένα μαστίγιο και να βαρούσε την ψυχή μου. Έκλεισα τα μάτια μου και είδα ένα δάκρυ να κυλάει μέχρι το μάγουλο μου. Δεν ήθελα να βλέπω την μητέρα μου και τους λιγοστούς φίλους του πατέρα μου καταβεβλημένους να κοιτούν την νεκρή μορφή του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είδα τον Ευστάθιο να γονατίζει και να πιάνει μια χούφτα χώμα. Το χέρι του άνοιξε πάνω από το φέρετρο και είδα το χώμα να πέφτει και τελικά να χάνεται μέσα στην σκοτεινή τρύπα που θα αποτελούσε την τελευταία κατοικία του πατέρα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν μπορούσα να καταλάβω πως η γρίπη μου στέρησε ένα πρόσωπο που μπορούσα να στηριχτώ. Έσκυψα με την σειρά μου και βούλιαξα τα δερμάτινα γάντια μου στο αφράτο υγρό χώμα. Έσφιξα σφιχτά μια χούφτα χώμα και κατευθύνθηκα προς τον τάφο. Τα μάτια του με κοιτούσαν νεκρά. Δεν άντεχα να βλέπω την μορφή του. Άνοιξα το χέρι μου απελευθερώνοντας το χώμα πάνω του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Ευστάθιος ψιθύρισε μια ευχή. «Ας αναπαυθεί εν ειρήνη.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάμνηση έφερε ένα νέο δάκρυ στα μάτια μου. Είδα το χέρι της μητέρας μου να το σκουπίζει. Έπρεπε να φανώ δυνατός. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην στεναχωριέσαι Έντουαρντ. Σε καμιά περίπτωση δεν θα ακολουθήσω το δρόμο του. Στο υπόσχομαι.» ήταν σαν να είχε καταλάβει ακριβώς για πιο λόγο δάκρυσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν θα πάω να συναντήσω τον Ευστάθιο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήξερα πως σε καμιά περίπτωση δεν θα ακολουθούσα το επάγγελμα του. Απλά ήθελα να κάνω το χατίρι της μητέρα μου. Ακόμη έπρεπε μέχρι να γίνει τελείως καλά να ασχοληθώ με κάτι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ανέβηκα στο δωμάτιο μου και ντύθηκα μηχανικά. Το μυαλό μου ήταν κενό από σκέψεις. Όσο μπορούσα να κρατήσω το μικρό εκείνο κουτάκι της Πανδώρας κλειστό στο κεφάλι μου όλα θα ήταν καλά. Δεν θα το άνοιγα ακόμα. Καθώς ντυνόμουν άκουσα βήματα στις σκάλες. Φόρεσα ένα ημίψηλο και βγήκα από το δωμάτιο. Δεν ήταν κανείς στο διάδρομο. Κατέβηκα στο επίσης άδειο καθιστικό. Άνοιξα την πόρτα και ξεκρέμασα ένα γκρι χνουδωτό παλτό. Με τύλιξε με την ζεστασιά του. Βγήκα έξω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήλιος είχε βγει αν και υπήρχαν ακόμα κάποια μουντά σύννεφα στον ουρανό. Το κρύο συνέχιζε να παγώνει κάθε κύτταρο μου. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και βγήκα στο πυκνό χιόνι. Οι μπότες μου βούλιαζαν μέσα του. Σε κάποιο σημείο στην άκρη του λιθόστρωτου δρόμου που οδηγούσε στον αχυρώνα το χιόνι είχε λειώσει οπότε προτίμησα να περπατήσω σε εκείνη την πλευρά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα περισσότερα δέντρα του κήπου μας είχαν ρίξει τα φύλλα τους αν και υπήρχαν ένα δυο φυτά που δεν είχαν εξαφανιστεί από το χιόνι. Τα περισσότερα ήταν δίπλα στον αχυρώνα. Ήταν πολλές μικρές βατομουριές. Δεν είχαν άνθη τα πυκνά όμως αγκαθωτά φύλα τους διακρινόταν ακόμα σπάζοντας λίγο την μουντάδα του χιονιού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είδα μια μορφή εκεί ανάμεσα στα βατόμουρα να κάθεται και να με κοιτάζει. Η Ιουλιέτα. Έστριψα και άρχισα να κατευθύνομαι εκεί έναντι του αχυρώνα. Το βλέμμα της έλαμπε με αυτόν τον ανεξήγητο τρόπο καθώς πλησίαζα. Το χαμήλωσε στο έδαφος και είδα την λάμψη να χάνεται. Υπήρχε μόνο όταν κοιτούσε στα μάτια μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ιουλιέτα;» είπα καθώς την πλησίαζα. Δεν απάντησε. Έφτασα σχεδόν δίπλα της. Το χνότο μου σχηματίστηκε στο αέρα από το κρύο. Δεν άρθρωσε ούτε λέξη. Έκανε ένα δισταχτικό βήμα μπροστά και έπειτα τα χείλη της ακούμπησαν απαλά τα δικά μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κάθε άμυνα είχε σπάσει. Μου είχε πει ψέματα. Ήταν ερωτευμένη μαζί μου. Το ερώτημα επέστρεφε σε εμένα. Τι ένιωθα για αυτήν;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ανταπέδωσα το φιλί. Τα χείλη της λαχταρούσαν τα δικά μου. Απομακρύνθηκα. Δεν την ήξερα καν δεν γινόταν να τρέφω τίποτα για αυτήν. Αν όμως γινόταν; Τα χείλη της παθιασμένα ενώθηκαν ξανά με τα δικά μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω την συμπεριφορά της. Ένα μυστήριο που θα έμενε άλυτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με τράβηξε από την μέση και έπεσε στο έδαφος ανάμεσα στα αγκαθωτά φύλλα των βατομουριών. Έπεσα δίπλα της. Το παγωμένο χιόνι πάγωνε το δέρμα μου. Τα χείλη της κόλλησαν πάνω μου. Διέγραψαν τον λαιμό μου. Τα χέρια της απαλά έβγαλαν το παλτό μου. Ένιωσα το κρύο να μου παγώνει κάθε αίσθηση, τα χείλη της όμως τις γέμιζαν ξανά με ζέστη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν ήξερα πως ένιωθα. Το κενό στην καρδιά μου δεν είχε καλυφθεί με την παρουσία αυτής την κοπέλας. Τελικά ήξερα. Δεν ένιωθα τίποτα για αυτήν. Ήταν μόνο ο αντίκτυπος των συναισθημάτων της πάνω μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αποτραβήχτηκα και φόρεσα το παλτό μου. Έκανα να ψελλίσω κάτι αλλά δεν έβρισκα τα λόγια. Το παγωμένο χιόνι είχε λιώσει κάτω από την θέρμη των κορμιών μας. Δεν κρύωνα πλέον. Σηκώθηκα σίγουρος ότι δεν ένιωθα τίποτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αισθανόμουν ακόμα την θέρμη των χειλιών της στα δικά μου χείλη. Το μικρό κουτί της Πανδώρας μέσα στο μυαλό μου ,γεμάτο ευθύνες που με περίμεναν να της αναλάβω, είχε μόλις ανοίξει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-6715411846219247710?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/6715411846219247710/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=6715411846219247710' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/6715411846219247710'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/6715411846219247710'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2010/12/blog-post_15.html' title='Κυκλάμινα Στο Χιόνι'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TQk5Ldrr8sI/AAAAAAAAAPw/V8kXunsWV2w/s72-c/FlowerRob2.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-6060414273870391111</id><published>2010-12-03T23:19:00.002+02:00</published><updated>2011-04-16T17:41:11.364+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Κυκλάμινα Στο Χιόνι'/><title type='text'>Κυκλάμινα Στο Χιόνι</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TPleMcz8NHI/AAAAAAAAAPI/-ai-cUFiy7A/s1600/3141057977_643efccfc4.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="320" ox="true" src="http://1.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TPleMcz8NHI/AAAAAAAAAPI/-ai-cUFiy7A/s320/3141057977_643efccfc4.jpg" width="319" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Πρώτο Μέρος &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Τσάι με γάλα &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Edward&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;s POV&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;em&gt;Σικάγο, 1918 &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα δάχτυλα μου κύλησαν πάνω στα πλήκτρα του πιάνου ακολουθώντας πιστά την μελωδία του Mozart. Η μουσική με έκανε να ξεχάσω. Ήταν ακριβώς ένας μήνας από όταν ο πατέρας μου άφησε την τελευταία του πνοή. Ήταν μόλις ένας μήνας και φαινόταν σαν ένα αιώνας από όταν είδα τα μάτια του να με κοιτάζουν νεκρά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σκέψη με έκανε να ανατριχιάσω πατώντας λάθος πλήκτρο και δημιουργώντας μια παραφωνία στην μελωδία που κατέκλυζε το μυαλό μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα όμως και η μουσική δεν κατάφερνε να σβήσει τις αναμνήσεις. Έστω και προσωρινά. Σήμερα έκλεινε ένας μήνας. Έπρεπε να αναλάβω πλέον τις ευθύνες μου. Μετέφερα τα δάχτυλα μου μια οκτάβα πιο πάνω στο πιάνο παίζοντας δυναμικότερα στην προσπάθεια μου να ξεχάσω εκτός από τον θάνατο του πατέρα μου και τις ευθύνες μου περίμεναν κλεισμένες σε ένα μικρό κουτί μέσα στον εγκέφαλο μου, το κουτί της Πανδώρας, υπομονετικά να το ανοίξω και να τις αναλάβω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μητέρα μου ήξερε πως δεν ήθελα σε καμιά περίπτωση να ακολουθήσω το επάγγελμα του πατέρα μου και να γίνω δικηγόρος. Γιατί δεν έλεγε να το καταλάβει επιτέλους; Ήθελα να βοηθήσω στον παγκόσμιο πόλεμο. Να νιώσω χρήσιμος κάπου. Και όχι να κάθομαι κλεισμένος μέσα σε αυτό σπίτι περιμένοντας κάποιος να μου ανοίξει το κλουβί μου για να πετάξω μακριά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά τον θάνατο του πατέρα μου όλα άλλαξαν. Η μητέρα μου κλείστηκε στον εαυτό της και τα σχέδια μου να φύγω και να βοηθήσω τα στρατεύματα που στείλαμε για ενίσχυση στον πόλεμο κατέρρευσαν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Περίμενα έως σήμερα. Σήμερα πρέπει να αποφασίσω αν θα φύγω. Αύριο το πρωί ένα νέο στράτευμα φεύγει. Η απορία είναι θα το ακολουθήσω ή θα μείνω εδώ περιμένοντας και ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα μου; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερα έπρεπε να αποφασίσω. Το είχα κάνει όμως; Δεν είχα κουράγιο να γυρίσω την σελίδα στην παρτιτούρα και άρχισα να παίζω ξανά τις ίδιες νότες γεμίζοντας ξανά τον χώρο με την ίδια μελωδία. Όχι. Η λέξη σχηματίστηκε με βεβαιότητα στις σκέψεις μου. Δεν είχα αποφασίσει. Να άφηνα την μητέρα μου μόνη τώρα που ήταν πιο δυστυχισμένη από ποτέ η να μείνω μαζί της κάνοντας το εαυτό μου δυστυχισμένο;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια δέσμη φωτός γέμισε στο δωμάτιο και άκουσα βήματα πίσω μου. Κοίταξα με την άκρη του ματιού μου την μητέρα μου να μπαίνει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σου έφερα λίγο τσάι.» είπε και η φωνή της ακούστηκε βραχνή ειδικά, με υπόκρουση την μελωδία που τα χέρια μου επαναλάμβαναν συνεχώς ανεπαίσθητα. Έγνεψα κλείνοντας τα μάτια μου. Ακόμα και με κλειστά τα μάτια, τα χέρια μου ήξεραν ακριβώς που είναι κάθε νότα. Άκουσα τον ήχο από την πορσελάνη καθώς η μητέρα μου ακουμπούσε πάνω στο πιάνο τον δίσκο. Άφησα τα δάχτυλα μου από τα πλήκτρα και άνοιξα τα μάτια μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γέμισα το φλιτζάνι με τσάι και πρόσθεσα αρκετό γάλα. Ανακάτεψα καλά το ρόφημα και έφερα το φλιτζάνι στα χείλη μου. Το καυτό υγρό κύλησε στο λαιμό μου γεμίζοντας παράλληλα με γεύση όλο τον ουρανίσκο μου. Η μυρωδιά του γάλατος ανακατεμένη με το τσάι επανάφερε στο μυαλό μου την τελευταία βραδιά ζωής του πατέρα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μυρωδιά του τσαγιού που γέμιζε τώρα το δωμάτιο ανακατεύθηκε με αυτήν της ανάμνησης κάνοντας το παρόν με το παρελθόν μια θολούρα στο μυαλό μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωτιά τριζοβόλησε στο μεγάλο μαρμάρινο τζάκι στην μέση του καθιστικού. Ο αέρας ούρλιαζε έξω από τα μεγάλα παράθυρα. Καθόμουν στην μεγάλη δερμάτινη πολυθρόνα κοιτώντας έξω το χιόνι που έπεφτε πυκνό στον κήπο. Παρότι το δωμάτιο ήταν ζεστό από την φωτιά του τζακιού επικρατούσε ψύχρα στα συναισθήματα μου. Πριν έξι μήνες είχαν διαγνώσει στον πατέρα μου ισπανική γρίπη. Σήμερα το απόγευμα τον επισκέφτηκε ξανά ο γιατρός, ένας νεαρός γιατρός με ξανθά μαλλιά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μας είπε ότι είχε χειροτερέψει πολύ και ίσως η γρίπη να είχε εξελιχθεί σε πνευμονία. Ο βήχας του πατέρα μου από το δίπλα δωμάτιο αντήχησε ξανά σε όλο τον χώρο. Στο φως του τζακιού είδα την σκιά της μητέρας μου να το φιλάει απαλά στο μάγουλο. Την άκουσα να ψιθυρίζει ενθαρρυντικά λόγια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξέραμε και οι δυο ότι δεν απομένουν στον πατέρα μου πολλές ώρες ζωής. Γιατί να του το πούμε όμως καταστρέφοντας τις τελευταίες χαρούμενες στιγμές στην ζωή του; Φώναξα βραχνά το όνομα της υπηρέτριας. Φάνηκε στο σκοτάδι έτοιμη να εκτελέσει οποιαδήποτε διαταγή μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μου φέρνεις ένα φλιτζάνι τσάι;» είπα χρησιμοποιώντας την ευγενική φωνή μου. Η μητέρα μου επέμενε πως έχω χάρισμα να μαγεύω τους άλλους ανάλογα με την διάθεση της φωνής μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο βήχας του πατέρα μου κάλυψε τον ήχο του φλιτζανιού πάνω στο ασημένιο δίσκο καθώς τον ακούμπησε στο τραπέζι η Ρόουζ. Της έγνεψα ένα ευχαριστώ και έπιασα στο χέρι μου το φλιτζάνι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πρόσθεσα γάλα και κατέβασα την πρώτη γουλιά. Μαζί με την γεύση της που ανακατεύθηκε και τελικά πνίγηκε στο λαιμό μου πνίγηκαν και τα συναισθήματα μου. Άφησα το φλιτζάνι και πήγα στο δίπλα δωμάτιο να είμαι κοντά στο πατέρα μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον είδα ξαπλωμένο στο μεγάλο ξύλινο κρεβάτι της κάμαρας. Το χρώμα του ήταν λευκό και συνεχώς έβηχε πνίγοντας κάθε ήχο στο δωμάτιο. Η μητέρα μου σκυμμένη συνεχώς από πάνω του ανήσυχη δεν συνειδητοποίησε την παρουσία μου στο δωμάτιο μέχρι που μίλησα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχει πυρετό;» ρώτησα και αμέσως επανέλαβα το όνομα της Ρόουζ. Είδα την μητέρα μου να αγγίζει απαλά με τα δάχτυλα της τα χείλη του πατερα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μάλλον.» ψιθύρισε με αγωνιά, φόβο και λύπη να διακρίνεται στην φωνή της. Η Ρόουζ μπήκε στο δωμάτιο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπορείς σε παρακαλώ να ετοιμάσεις κάποια κομμάτια λινό ύφασμα εμποτισμένα με βραστό νερό; ψιθύρισε η μητέρα μου στην Ρόουζ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έγνεψε καταφατικά και έστριψε να φύγει όταν την σταμάτησα με την φωνή μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Και στείλε σε παρακαλώ κάποιον άλλο από το προσωπικό να πάρει το φλιτζάνι μου από το καθιστικό.» η μυρωδιά τσαγιού γέμιζε ακόμα το δωμάτιο. Ο βήχας του πατέρα μου κάλυψε τα λόγια της που ήταν προφανώς καταφατικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πλησίασα και κάθισα δίπλα του. Έπιασα το χέρι του και το έβαλα ανάμεσα στις παλάμες μου. Κοίταξα τα μάτια του. Είδα την φλόγα που φώτιζε πάντα μέσα τους κάνοντας τα να λάμπουν να σβήνει .Το βλέμμα μου στράφηκε στα πράσινα μάτια της μητέρας μου. Ολόιδια με τα δικά μου. Κάτι που είχα κληρονομήσει από αυτήν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ήχος της πόρτας που άνοιγε με επανέφερε στο παρόν. Τα δάχτυλα μου έπαιζαν ακόμα την ίδια μελωδία ξανά και ξανά στο πιάνο. Σταμάτησα να παίζω και έστριψα όλον μου το κορμό αντικρίζοντας την Έλενα να μπαίνει στο δωμάτιο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μου είπε η μητέρα σας να έρθω να πάρω το τσάι.» ψιθύρισε με σκυμμένο το κεφάλι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε ευχαριστώ πολύ Έλενα αλλά θα το πάω εγώ μετά στην Ρόουζ. Θα έρθω να δω σε λίγο την Ελίζαμπεθ.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εντάξει.» είπε και έκανε να στρίψει όταν σαν κάτι να θυμήθηκε στράφηκε ξανά προς το μέρος μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η μητέρα σας έχει ξαπλώσει κύριε Μέισεν.» Ένιωσα το αίμα να υποχωρεί από το κεφάλι μου. Έβαλα γρήγορα το χέρι μου στην εσωτερική τσέπη του λινού σακακιού μου και έβγαλα το χρυσό ρολόι τσέπης του πατέρα μου. Κοίταξα την ώρα πανικόβλητος. Ήταν μόλις πέντε. Δεν ξάπλωνε ποτέ τόσο νωρίς. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Συμβαίνει κάτι;» ρώτησα χωρίς να μπορώ να κρύψω τον τρεμάμενο τόνο στην φωνή μου. Η Έλενα σάστισε. Κοίταξε πρώτα εμένα έπειτα το πάτωμα και προσπάθησε να καταλάβει τι εννοούσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φοβάμαι πως δεν καταλαβαίνω.» είπε τελικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εννοώ είναι καλά; Δεν συνηθίζει να αποσύρεται τόσο νωρίς.» εξήγησα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έχει μια ελαφριά ζαλάδα και πονόλαιμο. Θεώρησε καλύτερα να ξαπλώσει.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πανικοβλήθηκα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε παρακαλώ αύριο το πρωί στείλε κάποιον να την κοιτάξει.» προσπάθησα με λίγη επιτυχία να διατηρήσω ουδέτερη την φωνή μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μάλιστα.» έγνεψε και βγήκε από το δωμάτιο. Έσκυψα το κεφάλι μου κοιτώντας στο πάτωμα. Άφησα όλο το βάρος μου να πέσει πάνω στο μικρό δρύινο κάθισμα που χρησιμοποιούσαμε για το πιάνο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι εφιάλτες μου είχαν επανέλθει. Ότι είπα στην Έλενα ήταν μόνο λόγια για να μην την ανησυχήσω. Η μήπως ήταν λόγια για να μην ανησυχήσω τον εαυτό μου; Σίγουρα δεν ήταν μια απλή γρίπη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήθελα με τίποτα να σκέφτομαι τα χειρότερα. Η αρρώστια να πάρει μετά τον πατέρα και την μητέρα μου. Δεν θα άντεχα ποτέ να δω τα πράσινα ματιά της να με κοιτούν νεκρά. Οι αναμνήσεις από την τελευταία βραδιά επέστρεψαν ακριβώς όπως είχαν έρθει και πριν πέντε λεπτά. Παρά τις προσπάθειες μου να διώξω της αναμνήσεις μακριά συνεχώς επέστρεφαν γεμίζοντας το μυαλό μου, την σκέψη και την λογική μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πατέρας μου ανταπέδωσε το βλέμμα . &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όλα θα πάνε καλά.» ψιθύρισα αλλά δεν το πίστευα ούτε καν εγώ. Η μητέρα μου συμφώνησε γνέφοντας και δίνοντας ακόμα περισσότερο θάρρος στον πατέρα μου. Ξέραμε και οι δύο ότι κάτι ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε αλλά θέλαμε οι τελευταίες του στιγμές να είναι οι καλύτερες στην ζωή του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου και άκουσα τον βήχα του να αντηχεί στο δωμάτιο θυμίζοντας μου ότι είναι ακόμα ζωντανός. Και ξάφνου ο βήχας σταμάτησε. Άνοιξα τα μάτια μου και αντίκρισα τα δικά του. Η φλόγα ζωής μέσα τους είχε σβήσει. Το πρόσωπο της μητέρας μου αυλακωμένο από τις ρυτίδες λύπης και τα δάκρυα με κοιτούσε στην άλλη πλευρά του δωματίου. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια μου στο μάγουλο μου. Σφράγισα ερμητικά τα μάτια μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάμνηση της τελευταίας στιγμής ζωής του πατέρα μου έφερε νέα δάκρυα στα μάτια μου. Δεν μπορούσα με τίποτα να φανταστώ ξανά αυτήν την σκηνή με την μητέρα μου στην θέση του πατέρας μου. Όχι. Είναι μια χαρά προσπάθησα να ενθαρρύνω τον εαυτό μου λέγοντας ξανά και ξανά από μέσα μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όλα είναι μια χαρά. Έχει μια απλή γρίπη. Ήξερα όμως πως έλεγα ψέματα. Σηκώθηκα όρθιος και διέσχισα με μεγάλα βήματα το δωμάτιο. Βγήκα στον στενό διάδρομο προς το σαλόνι. Το φως της φωτιά που έκαιγε στο τζάκι φαινόταν ήδη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πλησίασα κι’ άλλο νιώθοντας την ζέστη του στο σώμα μου. Κάθισα σε μια μεγάλη πολυθρόνα και παρακολούθησα την φωτιά καθώς έγλυφε το ξύλο. Και συνειδητοποίησα ότι είχα ήδη πάρει την απόφαση μου. Η μητέρα μου δεν μπορεί να φύγει όπως ο πατέρας μου. Ακόμα και να έχει την ισπανική γρίπη θα κάνω τα πάντα για να της αποδείξω ότι όλα θα πάνε καλά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αύριο το πρωί δεν θα φύγω μαζί με την επόμενη στρατιά. Θα μείνω εδώ να φροντίσω την μητέρα μου μέχρι να σιγουρευτώ ότι όλα θα πάνε καλά. Και με την γλυκιά γεύση των σκέψεων μου, ακριβώς όπως είναι η γεύση ενός φλιτζανιού με τσάι και γάλα, αποκοιμήθηκα στην πολυθρόνα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωτιά του τζακιού ζέστανε τα όνειρα μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ονειρεύτηκα ότι καθόμουν με την οικογένεια μου στο τραπέζι στην αυλή κάτω από δυο κατακόκκινες ανθισμένες πασχαλιές. Χαμόγελα σχηματίζονταν στα χείλη όλων και τρώγαμε ευτυχισμένοι όλοι μαζί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
***&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η αντανάκλαση του φωτός του ηλίου πάνω στο χιόνι μπήκε μέσα στο δωμάτιο ξυπνώντας με. Πονούσα παντού επειδή είχα κοιμηθεί σε πολύ άβολη στάση πάνω στην πολυθρόνα. Σηκώθηκα και τεντώθηκα. Διέσχισα το δωμάτιο και πήγα στο μπάνιο. Άνοιξα την βρύση πάνω από το μαρμάρινο νιπτήρα και έβρεξα το πρόσωπο μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα την αντανάκλαση μου στον καθρέπτη. Τα μάτια μου ήταν πρησμένα και το δέρμα μου χλωμό. Έκλεισα την βρύση. Ο ήχος του σκουριασμένου μετάλλου καθώς έκλεινα την βρύση αντήχησε σε όλο το δωμάτιο. Βγήκα από το μπάνιο ευχόμενος ο γιατρός που θα ερχόταν να δει την μητέρα μου να μας ενημέρωνε ότι έχει μόνο μια εποχιακή γρίπη. Πήγα στην τραπεζαρία όπου βρήκα την Ρόουζ με τη Έλενα να στρώνουν το τραπέζι. Είχαν σερβίρει ήδη τα πορσελάνινα πιάτα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα την ώρα από το χρυσό ρολόι που έβγαλα από την τσέπη μου. Ήταν σχεδόν δέκα. Η μητέρα μου δεν φαινόταν πουθενά στο δωμάτιο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλημέρα κύριε Μέισεν.» είπε η Έλενα μόλις με είδε με ευδιάθετη φωνή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Που είναι η μητέρα μου;» ρώτησα ανέκφραστος τόσο στο πρόσωπο τόσο και στην φωνή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν έχει κατέβει ακόμη.» είπε η Ρόουζ που εκείνη την στιγμή σέρβιρε ένα στρογγυλό ψωμάκι δίπλα στο πιάτο μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι καλά;» ρώτησα χωρίς να μπορώ να κρύψω την ανησυχία μου αυτήν την φορά. Κάθισα στο τραπέζι και πήρα στο χέρι μου το ψωμάκι. Ήταν καυτό. Το έκοψα στην μέση και παρακολούθησα τον ατμό να βγαίνει από μέσα του περιμένοντας μια απάντηση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κύριε Μέισεν.» άρχισε να λέει αργά η Έλενα «είναι λίγο άρρωστη.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ψωμάκι μου έπεσε από τα χέρια και κύλησε πάνω στο τραπέζι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ενημέρωσες τον γιατρό να έρθει να την κοιτάξει;» ρώτησα κοιτώντας τα μάτια της Έλενας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μάλιστα απλά ο δόκτωρ Καρλάιλ έχει ένα ποιο σημαντικό περιστατικό και θα έρθει η νοσοκόμα του.» Κοίταξα και τις δυο με σαστισμένο βλέμμα. Μια νοσοκόμα δεν μπορεί να γιατρέψει την μητέρα μου. Για αυτό δεν έμεινα πίσω να κάνω τα πάντα ώστε να γίνει καλά; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν υπάρχει άλλος διαθέσιμος γιατρός;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λυπάμαι κύριε Μέισεν.» είπε η Ρόουζ κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ωραία λοιπόν.» είπα και πήρα ξανά το ψωμάκι στα χέρια μου. Έπιασα ένα μαχαίρι και έκοψα μια λεπτή λωρίδα βούτυρο την απλώς στο ψωμάκι και συνέχισα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πότε την περιμένουμε;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Κύριε Μέισεν διακρίνω μια ανησυχία ; Είναι απλά μια γρίπη.» είπε η Έλενα κουνώντας το κεφάλι πότε αριστερά και πότε δεξιά. Έκανα πως δεν άκουσα δείχνοντας της ότι δεν ήταν δουλειά της και επανέλαβα την ερώτηση μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πότε την περιμένουμε;» τόνισα επίτηδες το πότε. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν; Δεν έβλεπαν ότι ξαναζώ τις τελευταίες ώρες του πατέρα μου;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν όμως έχουν δίκιο; Αν είναι μια απλή γρίπη;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον ειρμό μου διέκοψε η Ρόουζ που απάντησε στην ερώτηση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Από λεπτό σε λεπτό.» έκανε να συμπληρώσει κάτι αλλά το μετάνιωσε και άφησε το πρώτο γράμμα της φράσης της να αιωρείται στην αέρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Υπάρχει κάτι ακόμα;» ρώτησα χωρίς να ξέρω τι να περιμένω για απάντηση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι απλώς.» είπε και κατέβασε το κεφάλι. «μην ανησυχείτε όλα θα πάνε καλά.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο τόνος που χρησιμοποίησε στα λόγια της με έκανε να καταλάβω πως προφανώς ήξερε τους φόβους μου. Κατάπια γρήγορα το πρωινό κοιτώντας συνεχώς έξω από το μεγάλο παράθυρο στην κουζίνα μην τυχόν και δω στο δρόμο έξω από το σπίτι κάποια άμαξα να πλησιάζει. Τίποτα όμως. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόλις τελείωσα κατέβηκα στο σαλόνι περιμένοντας να δω την μητέρα μου εκεί άλλα αντ’ αυτού συνάντησα έναν άδειο χορό. Το υπηρετικό προσωπικό έκανε κάποιες δουλειές έξω η πάνω και το σπίτι φαινόταν σχεδόν άδειο. Κάθισα σε μια πολυθρόνα κοντά στο τζάκι και με ένα σίδερο άρχισα να ανακατεύω τις στάχτες από την χθεσινή φωτιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ώρα περνούσε και το σπίτι παρέμενε άδειο. Καμιά άμαξα δεν είχε πλησιάσει το σπίτι και η μητέρα μου δεν είχε φανεί. Άρχισα να ανησυχώ. Όχι μόνο επειδή δεν είχα ιδέα το συνέβαινε αλλά επειδή κατάλαβα πόσο άδειο είναι το σπίτι χωρίς τον πατέρα , τόσο καιρό αφότου έφυγε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στάχτη σηκώθηκε στον αέρα. Την εισέπνευσα και άρχισα να βήχω. Ένιωσα τον λαιμό μου πρησμένο. Σηκώθηκα και αποφάσισα να πάω πάνω να δω τι συμβαίνει. Ανέβηκα γρήγορα την φιδογυριστή τεράστια ξύλινη σκάλα και κατευθύνθηκα προς την πόρτα της μητέρας μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χτύπησα απαλά αλλά δεν έλαβα καμιά απάντηση. Περίμενα λίγο ξαναχτυπώντας αλλά εισέβαλα μόνο νεκρική σιγή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπιασα το κρύο πόμολο και άνοιξα την πόρτα. Μπήκα μέσα στο δωμάτιο. Το πρώτο που κοίταξα ήταν το κρεβάτι. Ήταν στρωμένο. Οι κουρτίνα στα παράθυρα είχε τραβηχτεί και φως έμπαινε διάχυτο στο δωμάτιο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα ένα γύρω και αντίκρισα την μητέρα μου να κάθεται στην καρέκλα μπροστά από τον καθρέπτη κοιτώντας τον εαυτό της και χτενίζοντας τα μαλλιά της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μητέρα;» ρώτησα κοιτώντας την. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλημέρα Έντουαρντ.» είπε και σχεδόν αμέσως την κατέκλυσε κρίση βήχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι καλά;» ρώτησα φανερά σαστισμένος. Την περίμενα ξαπλωμένη στο κρεβάτι και βαριά άρρωστη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μια χαρ..» την φράση της διέκοψε ο βήχας που επέστρεψε στο λαιμό της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Απλά λίγο ζαλισμένη.» συνέχισε με βραχνιασμένη φωνή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν χάλια. Σιγουρεύτηκα από μέσα μου. Απλώς είχα ξεχάσει να υπολογίσω το γεγονός ότι ήταν η πιο δυναμική γυναίκα που ήξερα. Δεν θα άφηνε τον γιο της να την φροντίσει πόσο μάλλον να δείχνει χάλια μπροστά στο υπηρετικό προσωπικό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έμαθα ότι κάλεσες κάποιον να με δει;» είπε και πολύ δυσκολία κατάφερε να μην ξεσπάσει ξανά σε βήχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι κάλεσα τον δόκτωρ Καρλάιλ τον γιατρό που παρακολουθούσε και τον πατέρα αλλά δεν μπορούσε ένα έρθει και θα έρθει η νοσοκόμα του.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Την είδα να κατσουφιάζει. Δεν καταδεχόταν την βοήθεια κανενός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αλλά ακόμα δεν έχει έρθει.» συνέχισα. Την είδα να σηκώνεται. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά σε κότσο και φορούσε ένα υπέροχο μπλε φόρεμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Θα κατέβω σε λίγο για πρωινό.» είπε κάνοντας ολοφάνερο ότι ήθελε να φύγω. Βγήκα από το δωμάτιο φανερά εκνευρισμένος. Προς το παρών ότι έκανα για να μην την χάσω είχε στεφτεί από απόλυτη ανεπιτυχία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατέβηκα την σκάλα και πήγα στο σαλόνι. Κάθισα στην πολυθρόνα αλλά σύντομα σηκώθηκα και άρχισα να βηματίζω πάνω κάτω στο δωμάτιο. Ένιωθα ηττημένος από την μοίρα. Είχε ακριβώς τα ίδια συμπτώματα με τον πατέρα. Είδα τους εφιάλτες μου να ζωντανεύουν μπροστά μου ξανά και ξανά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και αν όντως είχε την ισπανική γρίπη; Είχα πάρει την απόφαση μου. Θα πήγαινα ο ίδιος στην πόλη να βρω τον δόκτωρ Καρλάιλ και να τον πείσω να έρθει να την κοιτάξει ο ίδιος. Δεν μπορούσα να ζήσω ξανά όλα αυτά που είχα περάσει με τον πατέρα μου. Ανέβηκα στο δωμάτιο μου και άλλαξα γρήγορα βάζοντας ένα μαύρο λινό γιλέκο, ένα ταιριαστό παντελόνι και ένα λευκό πουκάμισο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έδεσα σχετικά αδέξια το παπιγιόν μου και κατέβηκα στο σαλόνι. Ευτυχώς δεν συνάντησα κανέναν στην διαδρομή. Από την τραπεζαρία άκουσα την φωνή της Έλενας να μιλάει με την μητέρα μου. Ο βήχας της αντήχησε σε όλο τον χώρο θυμίζοντας βασανιστικά για μένα τον βήχα του πατέρα μου. Ξεκρέμασα την κάπα μού από τον διάδρομο και την έριξα πάνω από το γιλέκο μου. Άνοιξα την πόρτα και βγήκα στο κατάλευκο από το χιόνι κήπο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τσουχτερός αέρας φυσούσε και ένιωσα μικρές κρυστάλλινες χιονονιφάδες να προσγειώνονται πάνω μου. Διέσχισα γρήγορα τον κήπο αποφασισμένος πλέον ότι θα πολεμούσα. Όχι όμως στον πόλεμο αλλά με την ισπανική γρίπη. Θα έκανα ξανά την μητέρα μου ασφαλή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατευθύνθηκα προς τον αχυρώνα και μπήκα μέσα. Η μυρωδιά του σανού και των αλόγων πλημμύριζε τον αέρα. Έλυσα ένα μαύρο άλογο και στάθηκα δίπλα του. Ανέβασα την μαύρη μπότα μου στον ασημένιο αναβατήρα και με ευκολία καβαλίκεψα το άλογο. Χτύπησα με τα χαλινάρια τον λαιμό του και αμέσως ξεκίνησε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βγήκε στην αυλή με γοργό καλπασμό όταν είδα μια άμαξα να στέκεται έξω από την καγκελόπορτα. Την έσερναν δυο λευκά άλογα. Σταμάτησα το δικό μου και χάιδεψα απαλά με τα δάχτυλα μου το εκρού χρώμα της χαίτης του. Η πόρτα της άμαξας άνοιξε και μια νεαρή κοπέλα – κοντά στην ηλικία μου- βγήκε έξω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κρατούσε σφιχτά πάνω της το σμαράγδι πανωφόρι της. Τα καφέ μαλλιά της ήταν πιασμένα κάτω από ένα πράσινο καπέλο. Φορούσε ένα υπέροχο ανοιχτοπράσινο φόρεμα. Όλο της το παρουσιαστικό ταίριαζε με τα μεγάλα πράσινα μάτια της. Αντίθετα από το γεγονός ήταν μεγάλα ήταν ανέκφραστα και ρηχά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατέβηκα από το άλογο και την πλησίασα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλημέρα.» είπα δείχνοντας παράλληλα την απορία μου για το ποια είναι. Το χνότο μου λόγου του κρύου φάνηκε στο αέρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλημέρα.» είπε. Το πρόσωπο της έλαμπε ανεξήγητα καθώς μου μιλούσε.«είμαι η νοσοκόμα που έστειλε ο δόκτωρ Καρλάιλ» είπε τείνοντας το χέρι της προς το δικό μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ιουλιέτα.» συνέχισε απλώνοντας περισσότερο το χέρι της και περιμένοντας να συστηθώ. Διέκρινα ξανά έναν ανεξήγητο ενθουσιασμό στην φωνή της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η μητέρα μου είναι μέσα » είπα παγερά αγνοώντας το χέρι της. Ήμουν ήδη απίστευτα ανήσυχος σχετικά με την υγεία της μητέρας μου για να ασχοληθώ μαζί της ειδικά αφότου άργησε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ανέβηκα ξανά στο άλογο και χτύπησα με τα χαλινάρια τον λαιμό του για να ξεκινήσει. Ο ήχος που έκαναν τα πέταλα πάνω στο πυκνό χιόνι καθώς έβγαινα έξω από το σπίτι κάλυψαν την φωνή της καθώς με αποχαιρετούσε.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-6060414273870391111?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/6060414273870391111/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=6060414273870391111' title='7 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/6060414273870391111'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/6060414273870391111'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2010/12/blog-post.html' title='Κυκλάμινα Στο Χιόνι'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TPleMcz8NHI/AAAAAAAAAPI/-ai-cUFiy7A/s72-c/3141057977_643efccfc4.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-1959930518578499960</id><published>2010-11-26T21:28:00.006+02:00</published><updated>2011-04-16T17:40:44.006+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Η Βενετία στο σεληνόφως'/><title type='text'>Η Βενετία στο σεληνόφως</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TPAKDj3H8cI/AAAAAAAAAPE/8PV_yrGW48s/s1600/santa-maria-della-salute-venice.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="245" ox="true" src="http://3.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TPAKDj3H8cI/AAAAAAAAAPE/8PV_yrGW48s/s320/santa-maria-della-salute-venice.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Η Βενετία στο σεληνόφως &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Eίν’ η ψυχή μου Βενετία χαμένη &lt;br /&gt;
σε άβυθο πέλαγο, μαρμαρωμένο, νεκρικό. &lt;br /&gt;
Ν. Καρβούνης &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Rosalie&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;s POV&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;em&gt;Βενετία, 1950 &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα άλλη μια φορά στο δάχτυλο μου το σκαλιστό δαχτυλίδι που μου είχε χαρίσει ο Έμετ . Ήταν από λευκόχρυσο σε ένα πολύ περίτεχνο σχέδιο. Μικρά λεπτά κομμάτια χρυσού που διαπλέκονταν γύρω από το δάχτυλο και κατέληγαν σε ένα μεγάλο λευκό διαμάντι. Ήταν από τα πιο ωραία δαχτυλίδια αρραβώνων που μου είχε δώσει . Μετά την ένταξη της Άλις και του Τζάσπερ στην οικογένεια αποφασίσαμε να κάνουμε ένα ακόμα γάμο. Είχαμε παντρευτεί αρκετές φορές αλλά μια ανανέωση όρκων θα ήταν ότι καλύτερο. Και μάλιστα μια ανανέωση όρκων στην Βενετία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθόμουν στο μικρό δωμάτιο του σπιτιού που είχαμε αγοράσει να μείνουμε μέχρι και τον γάμο. Σήμερα ήταν η μεγάλη μέρα. Σήκωσα το βλέμμα μου και είδα μια κατάμαυρη γόνδολα με κόκκινα βελούδινα καθίσματα να διασχίζει το Κανάλ Γκράντε. Ακόμα δεν μπορούσα να πιστέψω ότι είχαμε αποφασίσει να κάνουμε έναν ακόμα γάμο. Ήμουν μόνη σπίτι τώρα . Ο Έμετ είχε φύγει το πρωί. Θα τον ξανάβλεπα στην εκκλησία. Από λεπτό σε λεπτό θα έρχονταν η Άλις με την Έσμε να μου δείξουν το νυφικό και να με ετοιμάσουν για τον γάμο. Κοίταξα ξανά έξω από το παράθυρο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γόνδολα περνούσε τώρα κάτω από την γέφυρα Ριάλτο . Έστρεψα το βλέμμα μου ξανά μέσα στο δωμάτιο και σηκώθηκα. Κατευθύνθηκα προς την μεγάλη δρύινη ντουλάπα μου. Άνοιξα το ένα φύλο όταν άκουσα την πόρτα να χτυπάει. Έκλεισα ξανά την ντουλάπα και κατέβηκα την σκάλα του πάνω πατώματος. Προσπέρασα το μικρό καθιστικό και έφτασα στην πόρτα. Την άνοιξα και αντίκρισα μια Άλις που έλαμπε από χαρά. Δίπλα της ήταν η Έσμε το ίδιο ενθουσιασμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
« Φέραμε το νυφικό.» είπε η Άλις μελωδικά και μπήκε μέσα. Κάθισα σε μια πολυθρόνα και δίπλα μου ήρθαν η Έσμε και η Άλις. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν πως νιώθεις για τον γάμο;» με ρώτησε η Έσμε γεμάτη ενθουσιασμό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ακόμα είμαι σοκαρισμένη όλα αποφασίστηκαν τόσο βιαστικά.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και ήταν αλήθεια. Όλα έγιναν μέσα σε μια νύχτα. Έφερα ξανά στο μυαλό μου την υπέροχη αυτήν βραδιά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήμασταν στο καθιστικό της τωρινής κατοικίας μας στο Λονδίνο και συζητούσαμε με την Άλις. Προσπαθούσε να θυμηθεί ότι μπορούσε από τις σκοτεινές μέρες που πέρασε στο άσυλο όταν στο δωμάτιο μπήκε ο Καρλάιλ με τον Έμετ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν ντυμένοι και οι δυο υπερβολικά επίσημα για άγνωστο λόγο. Μόλις ο Έμετ μπήκε μέσα έτρεξα και τον αγκάλιασα. Είχε πάει για κυνήγι και είχα να τον δω τρεις μέρες. Εγώ είχα πάει με την Άλις πριν τέσσερις μέρες οπότε ήμασταν αρκετά χορτασμένες για να πάμε μαζί τους ξανά. Μόλις όμως χώθηκα στην αγκαλιά του απομακρύνθηκε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι συμβαίνει ; » τον ρώτησα αν και είχα καταλάβει πως προφανώς έκανε πλάκα. Τότε γονάτισε μπροστά μου και μου έδωσε το πανέμορφο δαχτυλίδι που φορούσα αυτήν την στιγμή στο δάχτυλο μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ρόζαλι , άγγελε μου.» ψιθύρισε «Θες να γίνεις γυναίκα μου;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν το περίμενα με τίποτα. Η τελευταία φορά που είχαμε παντρευτεί ήταν πριν είκοσι χρόνια και το είχαμε κάνει πιο πολύ για το θέαμα. Γιατί ξανά ; Και μάλιστα τώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καμία φορά δεν είναι αρκετή .» του απάντησα με κομμένη την ανάσα. Μου πέρασε το δαχτυλίδι στο δάχτυλο μου και σηκώθηκε. Με φίλησε απαλά στο στόμα. Τα χείλη του ευγενικά κλείδωσαν στα δικά μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελωδική φωνή της Άλις με επανέφερε στην πραγματικότητα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν θα το δοκιμάσεις;» είπε και έδειξε μια μεγάλη θήκη από λινό. Μέσα είχε κάποιο ρούχο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Φέρατε το νυφικό;» είπα γεμάτη ενθουσιασμό. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει ακόμα ότι ο γάμος ήταν σήμερα και ότι είχαν έρθει να με ετοιμάσουν. Ανυπομονούσα να το δω και αφού το είχε επιμεληθεί όλο η Άλις θα ήταν σίγουρα τέλειο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με αργές και βασανιστικές κινήσεις έβγαλε την λινή θήκη και αποκάλυψε το νυφικό. Ήταν το πιο όμορφο που είχα δει ποτέ. Σε κανέναν από τους γάμους μου με τον Έμετ δεν είχα φορέσει κάτι τόσο όμορφο. Ήταν φτιαγμένο όλο από κατάλευκο ύφασμα. Λευκό όπως του χιονιού. Είχε βαθύ ντεκολτέ που πλαισιωνόταν από δαντέλα. Ανάμεσα στην δαντέλα ήταν ραμμένα διαμάντια μπριγιάν. Τα μανίκια ήταν κοντά και τελείωναν επίσης στην ίδια δαντέλα ραμμένα όμως πάνω τώρα είχε μαργαριτάρια. Γύρω από το ντεκολτέ και σε όλο το μήκος του φορέματος μέχρι και την μέση απλωνόταν ένα περίτεχνο σχέδιο από διαμάντια όλα ραμμένα πάνω στο ύφασμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αλλά το πιο εντυπωσιακό στο φόρεμα ήταν η ουρά. Πολύ μακριά και φτιαγμένη όλη από τούλι ραμμένο έτσι πάνω στο ύφασμα που έδινε την εντύπωση ότι είχαν κάτσει πάνω στην ουρά σύννεφα. Η ουρά τελείωνε μπροστά σε ένα εντυπωσιακό σχέδιο με το τούλι. Δυο γάντια φτιαγμένα εξολοκλήρου από μεταξύ και ένα πέπλο φτιαγμένο από δαντέλα ολοκλήρωναν το εντυπωσιακό νυφικό. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είναι πανέμορφο» ήταν το μόνο που κατάφερα να ψελλίσω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αμέσως η Άλις χωρίς να πει τίποτα ήρθε δίπλα μου και ξεκούμπωσε το μεταξωτό φόρεμα που φορούσα. Με βοήθησε να βγάλω το μεσοφόρι και γυμνή πια πήγα προς ένα καθρέφτη. Το σώμα μου για πολλούς είχε την ακαδημαϊκή ομορφιά. Θα προτιμούσα να είχα κανονική ζωή παρά να ήμουν όμορφη. Έδιωξα τις άσχημες σκέψεις από το μυαλό μου και επικεντρώθηκα στον γάμο μου. Η Άλις ήρθε και μου πέρασε γύρω μου ένα κορσέ. Με την βοήθεια της Έσμε έσφιξαν τόσο πολύ τα κορδόνια που σε ένα κανονικό άνθρωπο θα είχε κοπεί η ανάσα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε η Άλις με αργές κινήσεις έφερε το νυφικό ακριβώς δίπλα μου. Σήκωσα ψηλά και τα δυο μου χέρια και το πέρασε γύρω μου. Καθώς το σατέν ύφασμα κυλούσε γύρω μου ένιωσα κάθε πτυχή του νυφικού. Ήταν πολύ ελαφρύ και αεράτο το ένιωσα σχεδόν να κυλάει πάνω μου σαν το νερό που έπεφτε από ένα μικρό καταρράκτη σε κάποια κρυστάλλινη λίμνη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έβγαλα το δαχτυλίδι για να φορέσω τα μεταξωτά λεύκα γάντια που έφταναν στους αγκώνες μου . Η Άλις στερέωσε το πέπλο στα μαλλιά μου με μια διαμαντένια τιάρα και μου φόρεσε πάνω από το γάντι στο ένα χέρι ένα βραχιόλι φτιαγμένο από το ίδιο χρυσό που ήταν και το δαχτυλίδι. Ήταν στολισμένο με μεγάλα ροζ διαμάντια. Συμπλήρωσε τέλεια το ντύσιμο. Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέπτη. Ήμουν πανέμορφη. Το νυφικό έστρωνε πάνω μου υπέροχα . Τα μπριγιάν που ήταν ραμμένα πάνω στο ύφασμα άστραφταν και ήταν σαν το φως του ηλίου να έπεφτε στο δέρμα μου. Το πέπλο στόλιζε υπέροχα τις λιτές ξανθές μπούκλες μου. Και τα γάντια με το βραχιόλι πρόσδιδαν περισσότερη λάμψη. Φόρεσα τα νυφικά γοβάκια δυο λεύκα υπέροχα παπούτσια που ταίριαζαν στο σχέδιο με το νυφικό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι πανέμορφη » είπε η Άλις. Η Έσμε με κοίταξε με αυτό το βλέμμα που πρόσδιδε μόνο αγάπη. Ένα συναίσθημα που είχε διατηρήσει η Έσμε από την ανθρώπινη ζωή της με μοναδικό τρόπο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μην ξεχάσεις το δαχτυλίδι » μου υπενθύμισε και φόρεσε στο τρίτο δάχτυλο του αριστερού μου χεριού το δαχτυλίδι που μου είχε χαρίσει ο Έμετ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα τον εαυτό μου ξανά στον καθρέπτη. Ο Έμετ θα έμενε άναυδος. Η Άλις με πλησίασε και μου έδωσε μια λευκή μάσκα στολισμένη με διαμάντια. Την φόρεσα. Κάλυπτε μόνο τα μάτια αφήνοντας ακάλυπτες όλες τις άλλες περιοχές του πρόσωπου. Ήταν έθιμο στην Βενετία η νύφη και ο γαμπρός να φορούσαν κατά την διάρκεια του γάμου μια μάσκα. Ανυπομονούσα να δω την μάσκα του Έμετ άλλα και το κοστούμι του. Η Άλις μου έδεσε την μάσκα με τις δυο μεταξωτές κορδέλες κρύβοντας με δεξιοτεχνία τον φιόγκο κάτω από τις μπούκλες μου. Φαινόταν σαν να στέκετε εκεί από μόνη της χωρίς να την κρατάει τίποτα. Αμέσως γύρισα και αγκάλιασα την Άλις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σε ευχαριστώ» ψιθύρισα στο αυτί της «Θα είναι ο καλύτερος γάμος που έχω κάνει ποτέ»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χωρίς να θέλω στο μυαλό μου ήρθαν οι αρραβώνες μου με τον Ρόις. Από τα λίγα πράγματα που θυμάμαι ακριβώς από την ανθρωπινή ζωή μου. Με την κάθε λεπτομέρεια. Προσπάθησα να απασχοληθώ με κάτι άλλο. Το έθιμο έλεγε ότι στην εκκλησία θα με πήγαινε ο Καρλάιλ που θα με παρέδιδε στο γαμπρό μπροστά από τον ιερέα. Σε λίγο θα ερχόταν να με πάρει. Ο γάμος για προφανείς λογούς θα γινόταν το σούρουπο και μετά θα είχαμε ένα βενετικό συμπόσιο. Επειδή οι Βενετία ήταν κλειστή κοινωνία ο γάμος είχε μαθευτεί παντού. Ολόκληρη η πόλη θα ήταν μαζεμένη σήμερα εκεί. Έτσι θα έπρεπε να δείχνω πως τρώω και απολαμβάνω το γεύμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Φοβόμουν την ώρα που θα πραγματοποιήσουμε το διάσημο σικελικό έθιμο για το γάμο. Τις σκέψεις μου διέκοψε ένα χτύπημα στην πόρτα. Η Έσμε άνοιξε και αγκάλιασε τον Καρλάιλ που μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Κοιτάχτηκα μια τελευταία φορά στον καθρέπτη και πήγα προς το μέρος του. Με αγκάλιασε .&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι πανέμορφη.» είπε. Κοίταξα το μαύρο φράκο που φορούσε. Ταίριαζε τέλεια με τα ξανθά μαλλιά του. Ήταν και εκείνος πανέμορφος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι σαν εσένα » ψιθύρισα και άφησα ένα χαμόγελο να διαγράφει στα χείλη μου. «Και σίγουρα όχι σαν την Άλις» είπα και την κοίταξα. Είχε γδυθεί και με την βοήθεια της Έσμε φορούσε το φόρεμα της παρανύμφου. Ένα πολύ ανοιχτό γαλάζιο φόρεμα που έφτανε ως τα γόνατα. Τα κοντά μαύρα μαλλιά της τόνιζαν το πρόσωπο της. Ήταν πανέμορφη. Το ίδιο ήταν και η Έσμε που είχε μόλις βάλει το φόρεμα της. Ένα φόρεμα ίδιο σχέδιο και ύφος με αυτό της Άλις. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα ψηλά σε ένα πανέμορφο κότσο. Μια διαμαντένια πεταλούδα κόσμημα τα στόλιζε προσδίδοντας ακόμα περισσότερη λάμψη στο παρουσιαστικό της. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν φεύγουμε; » είπε ο Καρλάιλ και με έπιασε αγκαζέ. Κοίταξα το σπίτι πίσω μου. σκέφτηκα τον Έμετ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είμαι έτοιμη είπα και έκανα ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά. Ακλούθησε η Έσμε με την Άλις. Ο Καρλάιλ γύρισε το ασημένιο πόμολο ανοίγοντας την πόρτα και αποκαλύπτοντας στο κανάλι που βρισκόταν έξω από το σπίτι μια γόνδολα. Ήταν κατάλευκη με κόκκινα καθίσματα από βελούδο. Ένα αγγελάκι από ατόφιο χρυσάφι στεκόταν περήφανο στολίζοντας την πρύμνη. Οι λεύκες γόνδολες ήταν πολύ σπάνιες. Παλιότερα ήταν όλες λευκές άλλα μετά από τον θάνατο ενός δόγη σε πένθος προς αυτόν βάφτηκαν μαύρες. Μετά επικράτησε και έτσι οι λευκές γόνδολες είναι μηδαμινές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Καρλάιλ μπήκε μέσα και με προσοχή βοήθησε και εμένα να μπω. Λες και δεν μπορούσα με πολύ ευκολία να μπω μόνη μου, αλλά ο γονδολιέρης παρακολούθησε την κάθε μας κίνηση. Κάθισα σε ένα βελούδινο κάθισμα και ο αφού ο Καρλάιλ βοήθησε να μπουν στην γόνδολα η Άλις και η Έσμε κάθισε δίπλα μου. Ο γονδολιέρης άρχισε αμέσως να κάνει κουπί αρχικά στο κεντρικό Κανάλ Γκράντε σύντομα όμως έστριψε σε μικρότερα κανάλια και μικρότερα και παρακλάδια άλλων μέχρι που έχασα τον δρόμο εντελώς. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα παντρευόμασταν σε μια από τις πιο κεντρικές εκκλησιές της Βενετίας τη Μαρία Σαλούτε. Μια τεραστία εκκλησία ακριβώς απέναντι από την μεγαλύτερη εκκλησία της Βενετίας την Σαν Μάρκο. Ήταν μια τεράστια εκκλησία με ένα μεγάλο κεντρικό τρούλο και κάποιους μικρότερους στο πλάι. Ο γονδολιέρης έστριψε σε ένα κανάλι και βρεθήκαμε ξανά στο Κανάλ Γκράντε. Μπορούσα να δω πλέον την Σαν Μάρκο άλλα και την Μαρία Σαλούτε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πλατειά που υπήρχε γύρω της ήταν κατάμεστη με κόσμο. Στο λυκόφως η εκκλησία φαινόταν ακόμα πιο επιβλητική. Ήταν φτιαγμένη από λευκή πέτρα στο κυρίως σώμα και γκρίζα στον τρούλο και σε κάποιες λεπτομέρειες. Η γόνδολα είχε φτάσει σχεδόν στην πλατειά. Μπορούσα να διακρίνω ξεκάθαρα οποιονδήποτε στεκόταν εκεί . Μόλις η γόνδολα σταμάτησε ένας διάδρομος άνοιξε μέσα στο κόσμο που οδηγούσε στα σκαλιά της εκκλησίας . Ήταν στολισμένα με ένα λευκό χάλι. Η Άλις με την Έσμε βγήκαν πρώτες από την γόνδολα και άρχισαν αργά να περπατάνε στο χάλι και να κατευθύνονται προς το εσωτερικό της εκκλησιάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;Μέτρησα ως το δέκα για να κρατήσω τον ρυθμό και βγήκα και εγώ από την γόνδολα. Έπιασα τον Καρλάιλ από τον χέρι και αργά άρχισα να περπατώ στο λευκό χάλι. Ο κόσμος γύρω μου ράντιζε το χάλι με λεύκα και γαλάζια ροδοπέταλα. Όλο αυτό το φρέσκο ανθρώπινο αίμα γύρω μου ξυπνούσε μέσα μου ένα άλλο τέρας. Αυτό το τέρας που σκότωσε πριν πολλά χρόνια τον Ρόυς. Ήμουν και τότε νύφη. Αλλά τότε είχα αποδεχτεί πως θα ήταν η τελευταία φορά που θα φορούσα αυτό το ένδυμα. Και ακολούθησαν τόσες ακόμα. Αυτή όμως ήταν η ομορφότερη. Κράτησα την αναπνοή μου διώχνοντας μακριά τις σκέψεις μου και συνεχίζοντας να περπατώ στο χαλί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όλοι με κοιτούσαν με θαυμασμό. Δεν διέκρινα κανέναν γνωστό. Οι μόνοι που είχαμε καλέσει ήταν η οικογένεια του Ελέαζαρ που θα ήταν μέσα στην εκκλησία. Έφτασα στα σκαλοπάτια και για μια στιγμή έστρεψα το βλέμμα μου στον Καρλάιλ. Δεν ένιωθα αμφιβολία για αυτό που ετοιμαζόμουν να κάνω απλά ήθελα ακόμη μια φορά την συγκατάθεση του. Έγνεψε καταφατικά και αμέσως άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά της εκκλησιάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι μεγάλες μαύρες πόρτες ήταν διάπλατα ανοιχτές και περίμεναν επιβλητικά την είσοδο μου. Μπήκα μέσα και το πρώτο πράγμα που είδα ήταν την μορφή του Έμετ. Καθόταν μπροστά από τον βωμό και με περίμενε. Φορούσε το πιο όμορφο κοστούμι που είχα δει. Ένα γκρίζο μακρύ παντελόνι με ένα λευκό πουκάμισο. Από μέσα φορούσε ένα μαύρο αμάνικο γιλέκο με διακριτικά διαμαντένια κουμπιά και από πάνω ένα γκρίζο σακάκι στο ίδιο χρώμα με το παντελόνι. Η μάσκα ήταν ακόμα πιο επιβλητική. Ήταν λευκή κάλυπτε όλο το πρόσωπο και γύρω από τα ματιά αλλά και στην θέση που βρισκόταν τα χείλη είχε μαύρο χρώμα. Γύρω από τα ματιά σχεδιασμένα πάνω στο μαύρο χρώμα υπήρχαν περίπλοκα σχέδια με χρυσό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;Πίσω από τον βωμό στεκόταν ο ιερέας φορώντας το επίσημο ένδυμα για τους γάμους. Το λευκό χάλι συνεχιζόταν μέχρι τον βωμό εκεί που υπήρχαν ο Έμετ με τον ιερέα. Σε καρέκλες δεξιά και αριστερά του χαλιού καθόταν κόσμος. Οι καρέκλες κάλυπταν τα τρία τέταρτα του ναού μετά υπήρχε λίγο κενός χώρος που κάθονταν ο Τζάσπερ και ο Έντουαρντ. Φορούσαν και οι δυο ένα κοστούμι σε παρόμοιο σχέδιο. Ήταν μαύρο από λίνο ύφασμα με διαμαντένια μανικετόκουμπα. Από μέσα διακρινόταν ένα γκρι γιλέκο και μετά ένα λευκό πουκάμισο. Πιο κει καθόταν ο Ελέαζαρ φορώντας παρόμοιο κουστούμι , η Τάνια η Αϊρίνα η Κάρμεν και η Κέιτ. Ήταν πανέμορφες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόλις μπήκα μέσα ολόκληρη η εκκλησία γύρισε και με κοίταξε. Συνέχισα με μικρά κοφτά βήματα να περπατώ στο λευκό χάλι. Η Έσμε με την Άλις είχαν φτάσει δίπλα στον βωμό και στεκόταν δίπλα στην Τάνια. Ο Έμετ γύρισε και με κοίταξε. Το χρυσάφι χρώμα στα ματιά του έλαμπε από ευτυχία. Καθώς περπατούσα να πάω δίπλα στον Έμετ έπιασα πολλούς καλεσμένους να χάσκουν μπροστά στην εικόνα μου με ανοιχτό το στόμα. Πρέπει να έδειχνα επιβλητική. Φτάσαμε στο βωμό. Μόλις ο Καρλάιλ με παρέδωσε στον Έμετ κατευθύνθηκε δίπλα στην Έσμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εγώ έπιασα με προσοχή το χέρι του Έμετ. Κοιταχτήκαμε και μετά στραφήκαμε πιασμένοι χέρι χέρι στον ιερέα. Άνοιξε την χρυσοποίκιλτη καινή διαθήκη και άρχισε την λειτουργιά. Μετά την ανάγνωση του ευαγγελίου στράφηκε σε εμάς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έμετ Κάλλεν » είπε με βάρια επίσημη φωνή «Δέχεσαι την Ρόζαλι Χέιλ ως γυναικά σου;» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Έμετ με κοίταξε και το μονό που μπορούσα να διακρίνω στο βλέμμα του ήταν αγάπη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δέχομαι» είπε και με κοίταξε ξανά. Ο ιερέας συνέχισε να μιλάει και στράφηκε σε εμένα τώρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ρόζαλι Λίλιαν Χέιλ δέχεσαι τον Έμετ Κάλλεν ως σύζυγο σου μέχρι να σας χωρίσει ο θάνατος;» Δεν χρειάστηκε να το σκεφτώ δευτερόλεπτο. Οι λέξεις βγήκαν από μόνες τους μέσα από τα χείλη μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δέχομαι.» έσφιξα περισσότερο το χέρι του Έμετ ανάμεσα στην παλάμη μου. Ο ιερέας τώρα μας ευχήθηκε μια ευχή στα ιταλικά. Μιλούσε για την μακροζωία και μας ευχόταν να μην χωρίσουμε ποτέ. Δεν θα γίνει σκέφτηκα από μέσα μου. Μετά από την σύντομη προσευχή του ιερέα έκλεισε τον ευαγγέλιο και έκανε μια μικρή υπόκλιση μονό με το κεφάλι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Puoi baciare la sposa » είπε ο ιερέας που στα ιταλικά σημαίνει μπορείς να φιλήσεις την νύφη. Αμέσως ο Έμετ με μια κίνηση έβγαλε την μάσκα αποκαλύπτονταν την ομορφιά του πρόσωπου του. Έσκυψε και με φίλησε στα χείλη με κάποια επισημότητα. Ανταπέδωσα το φιλί. Απομακρύνθηκε και με κοίταξε στα ματιά. Η τελετή είχε πλέον επίσημα τελειώσει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βγήκαμε πιασμένοι χέρι χέρι από την εκκλησία . Ο κόσμος έξω χειροκροτούσε πετούσε ροδοπέταλα προς κάθε κατεύθυνση. Όλοι γιόρταζαν. Η Άλις απελευθέρωσε μέσα από ένα ασημένιο κλουβί δυο λεύκα περιστέρια . Έδειχναν την αγάπη και την ευτυχία του ζεύγους ακόμα εύχονταν μακροζωία και ευτυχία . Κοίταξα για άλλη μια φορά τα χρυσάφια μάτια του Έμετ και τον φίλησα απαλά. Διασχίσαμε γρήγορα το λευκό χαλί και μπήκαμε σε μια από τις χιλιάδες γόνδολες που περίμεναν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Θα μετέφεραν όλους τους καλεσμένους στο Παλάτσο Ντουκάλε η αλλιώς παλάτι των δόγηδων. Ένα μεγάλο υπέροχο κτήριο που χρησιμοποιούσε ο κάθε δόγης είτε ως κατοικία είτε ως κέντρο συνεδριάσεων. Βρισκόταν ακριβώς δίπλα από την εκκλησία στην πλατειά Σαν Μάρκο. Εκεί θα γινόταν το βενετικό συμπόσιο. Μπήκαμε μες στην γόνδολα και καθίσαμε στα βελούδινα καθίσματα. Επιτέλους μπορέσαμε να μιλήσουμε καθώς ο γονδολιέρης ξεκίνησε να κάνει κουπί στο κανάλι. Οι υπόλοιπες γόνδολες είχαν και αυτές ξεκινήσει και κατευθυνόμασταν όλοι μαζί σαν μια τεράστια πομπή στο Παλάτσο Ντουκάλε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι πανέμορφη » είπε ο Έμετ κοιτάζοντας με συνεχώς στα μάτια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Όχι σαν εσένα » ψιθύρισα. «Ώστε τώρα είμαστε επίσημα για ακόμη μια φορά παντρεμένοι;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Έτσι νομίζω.» είπε και με φίλησε χαμογελώντας . Οι γόνδολες κατευθύνονταν πλέον στην πλατειά. Απείχαμε πολύ λίγο. Μόλις σταμάτησαν βγήκα έξω από την γόνδολα μετά τον Έμετ και πιασμένοι πάντα αργά αργά αρχίσαμε να πηγαίνουμε στο Παλάτσο Ντουκάλε. Οι καλεσμένοι είχαν και αυτοί βγει από τις γόνδολες και άνοιγαν δρόμο να περάσουμε. Έξω είχε σουρουπώσει για τα καλά και η πανσέληνος είχε κάνει την εμφάνιση της στον ουρανό. Στο φως του φεγγαριού το δέρμα του Έμετ φαινόταν διαφορετικό όπως και το δικό μου για αυτό επιταχύναμε το βήμα μας και μπήκαμε μέσα. Το κτήριο μέσα έδειχνε ακόμα πιο επιβλητικό από έξω. Τεραστία βαριά χαλιά ,καναπέδες, παλιά έπιπλα και πινάκες με χρυσές κορνίζες συνέθεταν τον χώρο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όλοι οι καλεσμένοι στριμώχνονταν στον διάδρομο για την κεντρική αίθουσα που θα λάμβανε χώρα το γλέντι. Μόλις όμως μπήκαμε άνοιξαν δρόμο. Πιο μπροστά μπορούσα να διακρίνω τον Έντουαρντ να μπαίνει μέσα στην κεντρική αίθουσα με τον Τζάσπερ. Επιταχύναμε λίγο περισσότερο το βήμα μας περπατώντας πάντοτε κομψά και μπήκαμε στην τεράστια αίθουσα. Μια πραγματικά γιγαντία αίθουσα. Ο ένας τοίχος της καλύπτονταν από τον πιο μεγάλο πίνακα ζωγραφικής που είχα δει ποτέ μου. Παρίστανε διάφορους αγγέλους σε ένα παραδεισένιο μέρος. Το ταβάνι της αίθουσας ήταν επίσης ζωγραφισμένο αλλά επειδή η αίθουσα ήταν ιδιαίτερα ψηλοτάβανη ακόμα και την άψογη όραση μου κάποια σχήματα της τοιχογραφίας δεν διακρινόταν καλά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στον τεράστιο χώρο είχαν απλωθεί τραπέζια με ένα μεγάλο κεντρικό στην μέση. Ήταν στολισμένο με λευκά τριαντάφυλλα. Κόσμος καθόταν ήδη σε τραπέζια . &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα περισσότερα είχαν γεμίσει έτσι κάποιοι έμεναν όρθιοι. Έκατσα στο τεράστιο τραπέζι στο κέντρο μαζί με τον Έμετ. Στην διπλανή θέση κάθονταν ήδη η Έσμε η Άλις η Τάνια η Κάρμεν η Αϊρίνα και η Κέιτ. Και από την άλλη πλευρά δίπλα στον Έμετ ο Καρλάιλ ο Ελέαζαρ ο Τζάσπερ και ο Έντουαρντ. Σίγα σίγα η αίθουσα άρχισε να γεμίζει και συνειδητοποίησα πως ερχόταν η ώρα του σικελικού εθίμου. Ένα αρχαίο έθιμο που προερχόταν από την Σικελία και τελούταν σε πολλές περιοχές της Ιταλίας. Υπαγόρευε τα φαγητά να σερβιριστούν πρώτα στην νύφη και στον γαμπρό και αφού φανέ τόσο ώστε οι καλεσμένοι να ζηλεύουν έως ότου δεν αντέχουν άλλο , επέτρεπαν να φανέ και αυτοί. Αυτό σημαίνει πως έπρεπε καθώς όλοι με κοιτάνε να τρώω ανθρώπινο φαγητό. Μόλις η αίθουσα γέμισε ασφυκτικά κάποιοι μουσικοί καθισμένοι σε μια γωνιά άρχισαν να παίζουν με βιολιά και αλλά παραδοσιακά όργανα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε έκαναν την εμφάνιση τους τα φαγητά. Ένα παραδοσιακό βενετικό συμπόσιο περιλάμβανε μέχρι και δεκατέσσερα πιάτα. Ήμουν σίγουρη ότι η Άλις είχε φροντίσει ώστε και τα δεκατέσσερα να εμφανιστούν. Οι ποικιλία ήταν τεραστία και τα πιάτα περιλάμβαναν από ζυμαρικά και σε σούπα και μη ,αλλαντικά ,τυριά, ψάρια, θαλασσινά, κρέατα, λαχανικά και φρούτα και τα πιο εντυπωσιακά γλυκά. Σερβιτόροι γυρνούσαν γύρω- γύρω με δίσκους και σέρβιραν τον κόσμο αλλά κάνεις δεν έτρωγε. Τελευταίο σερβιρίστηκε το δικό μας τραπέζι. Μόλις σερβιριστήκαμε οι καλεσμένοι άρχισαν να φωνάζουν να αρχίσει το έθιμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έπιασα το πιρούνι απαλά και κοίταξα τον Έμετ ικετεύοντας. Έγνεψε καταφατικά και μου έδωσε κουράγιο. Έκοψα μια πιρούνια από το ψάρι που βρισκόταν μπροστά μου και κατάπια μια μπουκιά. Με το ζόρι κατέβηκε. Υπέροχα σκέφτηκα. Έφαγα άλλη μια πιρούνια πάστα αν και προσποιήθηκα ότι έφαγα δύο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Αρκετά« φώναξα «Ας αρχίσει το γλέντι» επιτέλους το μαρτύριο είχε τελειώσει άλλα ο κόσμος συνέχισε να φωνάζει να φάμε και άλλο. Κοίταξα ικετευτικά τον Έμετ άλλη μια φορά. Πηρά μια τελευταία πιρούνια από κόποι φρούτο και σήκωσα ψηλά τα χέρια δείχνοντας ότι επέτρεπα στον κόσμο να φάει. Αποφάσισαν να μην με ταλαιπωρήσουν περισσότερο και άρχισαν να τρώνε. Φασαρία απλώθηκε στην αίθουσα καθώς πιρούνια έτριζαν στα πιάτα, οι συζητήσεις είχαν ανάψει και η μουσική είχε δυναμώσει τώρα σε κάτι πολύ ζωηρό. Την ώρα που κάποιοι σηκώθηκαν να χορέψουν πλησίασα το αυτί του Έμετ και του ψιθύρισα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τουλάχιστον τελείωσε το σικελικό έθιμο.» χαμογέλασα και ένα χαμόγελο διαγράφηκε και στα δικά του χείλη. Η μουσική όσο πήγαινε και ζωήρευε και αρκετός κόσμος είχε τώρα σηκωθεί και χόρευε στο ρυθμό έναν βενέτικο χορό που δεν ήξερα άλλα έδειχνε πολύ όμορφος. Άντρες γυναίκες και παιδιά είχαν σηκωθεί ,χοροπηδούσαν και στροβιλίζονταν στο ρυθμό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας ήχος προήρθε από δίπλα μου και με επανέφερε στον Έμετ. Είχε ακουμπήσει πάνω στο τραπέζι ένα μικρό τετράγωνο κομμάτι ασήμι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Τι είναι αυτό;» αναρωτήθηκα δείχνοντας με το βλέμμα μου το κομμάτι ασήμι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α είναι έθιμο κάτι σαν γούρι ο γαμπρός να έχει στην τσέπη του ένα κομμάτι από κάποιο μέταλλο.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χαμογέλασα και έσκυψα στο αυτί του ψιθυρίζοντας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Χορεύουμε;» με κοίταξε με δυσπιστία αλλά αμέσως σηκώθηκε με έπιασε ευγενικά από το χέρι και κοίταξε το διαμαντένιο βραχιόλι μου. Κατευθυνθήκαμε στο κέντρο του δωματίου που κόσμος χόρευε ένα ενετικό χορό που δεν ξέραμε. Έπιασε απαλά την μέση μου και σήκωσα λίγο το νυφικό για να μην το πατήσω . Αρχίσαμε να στροβιλιζόμαστε στην ζωηρή μουσική ακλουθώντας το ρυθμό. Η μακριά ουρά του νυφικού μου σερνόταν γύρω μου. Οι καλεσμένοι που χόρευαν σταμάτησαν και μας κοιτούσαν. Παρότι δεν ξέραμε τον χορό τον χορεύαμε αρκετά καλά. Μια φωνή ακούστηκε από πίσω μας καθώς χορεύαμε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μου δανείζεις την νύφη για ένα χορό; » είπε ο Έντουαρντ χαμογελώντας. Ο Έμετ έκανε μια μικρή υπόκλιση και απομακρύνθηκε στο πλάι. Ο Έντουαρντ με έπιασε απαλά από την μέση και αρχίσαμε να χορεύουμε στον ρυθμό. Η μουσική τώρα είχε αλλάξει και είχε γίνει πιο απαλή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πως σου φάνηκε ο γάμος;» ψιθύρισα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με το ένα χέρι του ανακάτεψε τα μαλλιά του και απάντησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εεε…» χαμογέλασε «ήταν καλός.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χαμογελώντας του έσφιξα το χέρι. Αφού στροβιλιστήκαμε λίγο ακόμα στον ρυθμό έπιασα ξανά τον Έμετ και ο Έντουαρντ άρχισε ένα χορεύει με την Έσμι. Αμέσως μόλις με έπιασε ο Έμετ πλησίασε το αυτί μου και ψιθύρισε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πάμε; » περίμενε λίγο μήπως απαντήσω και συνέχισε «έχω μια έκπληξη για σένα.» Χαμογέλασε πονηρά. Έπαψα να χορεύω και τον έπιασα από τον καρπό. Βγήκαμε από τον χορό δείχνοντας του ότι συμφωνώ. Περάσαμε κάτω από την επιβλητική πόρτα της αίθουσας και βγήκαμε στον διάδρομο. Έριξα μια τελευταία ματιά πίσω μου. Όλοι διασκέδαζαν τρώγοντας χορεύοντας και συζητώντας. Η οικογένεια μου καθόταν μαζί με την οικογένεια του Ελέαζαρ και συζητούσαν στο τραπέζι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Διασχίσαμε γρήγορα τον διάδρομο και βγήκαμε στην πλατειά. Ήταν τεράστια και καθώς ήταν άδεια έδειχνε φοβερά επιβλητική. Κοίταξα την εκκλησία του Άγιου Μάρκου όπως στεκόταν έτσι μοναχή μες στο σκοτάδι κοιτάζοντας μας από ψηλά. Απέναντι της έστεκε το τεράστιο καμπαναριό από κόκκινο τούβλο. Κατευθυνθήκαμε προς τα εκεί και κάτσαμε λίγο στα σκαλιά που οδηγούσαν στην είσοδο του καμπαναριού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν πια είναι η έκπληξη» ρώτησα τον Έμετ μην μπορώντας να κρύψω την ανυπομονησία μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Α το κάθε πράγμα στην ώρα του» έσκυψε και με φίλησε στα χείλη για ένα δευτερόλεπτο. Αμέσως μετά τινάχτηκε πάνω και πιάνοντας με ευγενικά πήγαμε προς μια γόνδολα που έστεκε αδεία μαζί με τις άλλες στην άλλη άκρη της πλατείας. Ο Έμετ μπήκε μέσα και με βοήθησε να μπω και εγώ. Κάθισα στον βελούδινο καναπέ που είχε και τον παρακολούθησα καθώς έλυνε την γόνδολα. Έκατσε όρθιος στην άλλη άκρη και άρχισε να κάνει κουπί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον παρακολούθησα καθώς έκανε σχεδόν αριστοτεχνικά κουπί μέχρι και που βγήκαμε από το κεντρικό κανάλι σε ένα μικρότερο. Τα σπίτια μέσα στο σκοτάδι φαίνονταν γαλήνια η καλυτέρα μηδαμινά μπροστά στην απερίγραπτη ομορφιά του Έμετ καθώς το σεληνόφως έπεφτε στο πρόσωπο του φωτίζοντας τα χαρακτηριστικά του. Χωθήκαμε πιο μέσα σε όλο και πιο μικροσκοπικά κανάλια . Περάσαμε κάτω από χιλιάδες γέφυρες άλλα εγώ δεν έδινα σημασία στα σχεδία που ήταν σκαλισμένα πάνω στο μάρμαρο στολίζοντας τις γέφυρες. Έδινα σημασία στα σχεδία που ήταν αριστοτεχνικά πλασμένα στο πρόσωπο του Έμετ. Η δημιουργία Του ήταν απλά αφάνταστη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο Έμετ σταμάτησε την γόνδολα κάτω από μια μικρή σχετικά, μαρμάρινη γέφυρα. Έδεσε την γόνδολα σε ένα πάσαλο. Γύρω δεν υπήρχαν φώτα άλλα ακόμα και με μονό φως το φως τους φεγγαριού ο Έμετ έδειχνε πανέμορφος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πλησίασε τα χείλη του με τα δικά μου χωρίς τα αγγίζει. Επίτηδες ανάσανε στο πρόσωπο μου και ένιωσα κάθε μυρωδιά που ανέδιδε το σώμα του. Ρούφηξα το γλυκό άρωμα και πλησίασα τα χείλη μου ώστε να αγγίζουν τα δικά του χωρίς όμως να τον φιλάω . Έσυρε απαλά τα χείλη του στο λαιμό μου και άρχισε να φιλάει την περιοχή όπου υπήρχε το μήλο του Αδάμ. Παρέδωσα κάθε αίσθηση μου στο φιλί του. Τα δάχτυλα του χωρίς να σταματά να φιλάει τον λαιμό μου άνοιξαν δυο μαργαριταρένια κουμπιά από το νυφικό μου. Έσυρε τα χείλη του ακολουθώντας την γραμμή του νυφικού καταλήγοντας στο μπούστο μου. Συνέχισε να με φιλάει με πάθος. Τον κοίταξα στα μάτια και σταμάτησε. Με άφησε γεμάτη πάθος να τον κοιτάω βασανίζοντας με κυριολεκτικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η συνέχεια στο σπίτι» ψιθύρισε όλο υπονοούμενο αφήνοντας με ακόμα περισσότερο στην ανυπομονησία. Πριν απομακρυνθεί από πάνω μου φίλησε για άλλη μια φορά ευγενικά τον λαιμό μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έλυσε την γόνδολα και κάνοντας κουπί μέσα στα κανάλια της Βενετίας φτάσαμε έξω από το σπίτι πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω ότι είχαμε ξεκινήσει. Έδεσε την γόνδολα και με πήρε αγκαλιά. Βγήκαμε έξω και άνοιξε την πόρτα. Μπήκαμε στο σπίτι που κανονικά μονό φως θα έπρεπε να είχε αυτό του φεγγαριού που έμπαινε από τα μεγάλα παράθυρα αλλά αντίθετα στολιζόταν ολόκληρο με κεριά. Κάποιος , πιθανώς η Άλις, είχε φτιάξει νωρίτερα ένα διάδρομο από κεριά που οδηγούσαν στην κάμαρη . Ανέβηκε την σκάλα και φτάσαμε μέσα στην κρεβατοκάμαρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;Ήταν στολισμένη και αυτή με κεριά. Πάνω στα αφράτα σκεπάσματα του κρεβατιού υπήρχαν ροδοπέταλα. Το κρεβάτι ήταν με ουρανό και στολισμένο ήταν με μια πορτοκαλοκίτρινη κουρτίνα. Ήταν δεμένη στο πλάι. Ο Έμετ με άφησε στο κρεβάτι. Ξάπλωσα και αμέσως έγειρα προς το μέρος του. Ξάπλωσε από πάνω μου δίχως όμως να ακουμπά το σώμα μου. Ένα εκατοστό να έκανε πιο μπροστά και θα μπορούσα να αγγίξω με κάθε σημείο του σώματος μου κάθε δικό του. Έγειρε μόνο το κεφάλι του πιο μπροστά έτσι ώστε τα χείλη του να αγγίξουν τα δικά μου με ένα καυτό φιλί. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απελευθέρωσα όλες μου τις αισθήσεις στο άγγιγμα του. Απομάκρυνε τα χείλη του από τα δικά μου και με μια κίνηση ξεμπούκωσε το σακάκι του και μετά το πουκάμισο του. Δεν το έβγαλε εντελώς αμέσως. Με άφησε να χαζέψω λίγο τα χαρακτηριστικά του σώματος του. Ήταν σαν ένα σμιλεμένο άγαλμα κάποιου αρχαίου έλληνα θεού. Έβγαλε τελείως το πουκάμισο του αφήνοντας κάθε πτυχή του σώματος του να με κατακλύσει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα δάχτυλα του άνοιξαν ένα ακόμα κουμπί από το νυφικό μου. Δεν μπορούσα να περιμένω να διεισδύσει μέσα μου. Ένα βογκητό ξέφυγε ανάμεσα στα χείλη μου. Και τότε οι πιο τρελές λέξεις βρεθήκαν να χορεύουν στην γλώσσα μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σκίσ’ το» ψιθύρισα και σχεδόν αμέσως τα δάχτυλα του έσκισαν απαλά σαν να φοβάται μην με πονέσει το υπέροχο ύφασμα. Τα διαμάντια που ήταν ραμμένα πάνω εκτινάχτηκαν προς κάθε κατεύθυνση. Το κορμί μου ανάμεσα στα ροδοπέταλα και τα διαμάντια που πλέον είχαν γεμίσει το κρεβάτι ανταπέδωσε την κίνηση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έλυσε αμέσως τον κορσέ αποκαλύπτοντας πλέον κάθε σημείο του γυμνού σώματος μου. Πέταξε μακριά τα ρούχα και έβγαλε τα γάντια και το δαχτυλίδι μου πετώντας τα μακριά στο ξύλινο πάτωμα. Το μόνο που είχε απομείνει πάνω στο δέρμα μου ήταν η δαντελένια καλτσοδέτα που φορούσα λίγο πιο πάνω από τον μηρό μου. Τα χείλη του πλησίασαν την περιοχή και έπιασε με τα δόντια του την καλτσοδέτα . Την απομάκρυνε χωρίς να σταματήσει όμως να ακουμπά το δέρμα μου. Ανέβηκε σε όλο το μήκος του ποδιού φτάνοντας ανάμεσα στου μηρούς μου με τα χείλια του. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όλο το κορμί μου γέμισε ευχαρίστηση και μικρά βογκητά βγήκαν από το σώμα μου. Σταμάτησε και έβγαλε εντελώς το παντελόνι του . Γυμνός πλέον στεκόταν από πάνω μου δίχως όμως καμιά περιοχή του σώματος του να αγγίζει κάποια δικιά μου. Με τα χέρια μου πίεσα την μέση του έτσι ώστε να ξαπλώσει πάνω μου. Ένιωσα το κάθε μέρος του σώματος του με ευχαρίστηση πάνω στο δικό μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήθελα να προχωρήσει πιο γρήγορα. Να μπει μέσα μου. Τον παρότρυνα με ένα μακρόσυρτο φιλί γεμάτο πάθος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και τότε χωρίς να σταμάτα να με φιλάει με μια απαλή κίνηση τα σώματα μας ενώθηκαν. Τον ένιωσα να διεισδύει μέσα μου και φωνές που δεν μπορούσα να συγκρατήσω από την ηδονή βγήκαν από μέσα μου. Όλο μου το κορμί , όλες μου οι αισθήσεις παρέλυσαν καθώς συνέχιζε έτσι ώστε να φτάσει στην ολοκλήρωση. Τα δάχτυλα μου μπλέχτηκαν στα μαλλιά του φέρνοντας το πρόσωπο του σε απόσταση αναπνοής από το δικό μου. Άλλα μπορούσα να ασχοληθώ μόνο με την φωτιά που έκαιγε ανάμεσα στα πόδια μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κλείδωσα με περισσότερο πάθος γύρω του μέχρι να φτάσει στην ολοκλήρωση και να αφήσει μια κραυγή ευχαρίστησης να βγει από τα χείλη του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξεκούρασε το κεφάλι του στο στήθος μου καθώς με τα χείλη μου χάιδευα τα μαλλιά του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Σ’ αγαπώ » ψιθύρισα αφήνοντας τις λέξεις να αιωρηθούν για λίγο στην ατμόσφαιρα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι ότι θέλω πιο πολύ στον κόσμο» ψιθύρισε ο Έμετ και πρόσθεσε τις λέξεις που τόσο πολύ με έκαναν να ξεχειλίζω από αγάπη όποτε τις πρόφερε «Άγγελε μου.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχα ακριβώς ότι ήθελα όλη η ευτυχία μου ήταν ολοκληρωμένη. Έχοντας στην αγκαλιά μου τον Έμετ μέσα στο δωμάτιο στολισμένο με κεριά, διαμάντια και ροδοπέταλα αναπόλησα όλη την βραδεία. Ίσως η καλύτερη βραδεία της ύπαρξης μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα χωρίς να παίρνω λεπτό τα δάχτυλα μου από τα μαλλιά του έξω από το παράθυρο την Βενετία. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Την Βενετία στο σεληνόφως.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-1959930518578499960?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/1959930518578499960/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=1959930518578499960' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/1959930518578499960'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/1959930518578499960'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2010/11/blog-post_26.html' title='Η Βενετία στο σεληνόφως'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_HSOAmnSIBMY/TPAKDj3H8cI/AAAAAAAAAPE/8PV_yrGW48s/s72-c/santa-maria-della-salute-venice.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-4133598599931797495</id><published>2010-11-12T22:07:00.006+02:00</published><updated>2011-04-16T17:36:32.795+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Στοχεύοντας Τα Αστέρια'/><title type='text'>Στοχεύοντας Τα Αστέρια</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-ZcK3jsL4I6I/Tamo2Coj-eI/AAAAAAAAAT4/USPOgWuA8xI/s1600/six_feet_under_water__by_Pretty_As_A_Picture.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="230" r6="true" src="http://4.bp.blogspot.com/-ZcK3jsL4I6I/Tamo2Coj-eI/AAAAAAAAAT4/USPOgWuA8xI/s320/six_feet_under_water__by_Pretty_As_A_Picture.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; 5ο Kεφάλαιο &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Διαυγές νερό &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Alice&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;s POV&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;&lt;em&gt;Μπρούκλιν Νέα Υόρκη, 1906&lt;/em&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;Ο πόνος κατέκλυζε ακόμα το σημείο στο οποίο είχα χτυπηθεί. Ένιωθα το ένα μου μάτι πρησμένο και δεν μπορούσα να το ανοιγοκλείσω καλά. Σκοτάδι κατέκλυζε ακόμα τα πάντα σαν να μην μετακινήθηκα ούτε ένα εκατοστό. Δεν πρέπει να είχαν περάσει περισσότερο από δέκα λεπτά που έπεσα αναίσθητη στο πάτωμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;Το μόνο που θυμάμαι είναι ένα χέρι να με χτυπάει και το όνομα της μητέρας μου να κυλάει σαν νερό από τα χείλη μου. Η λέξη βγήκε από το στόμα μου σαν το τελευταίο κελάηδημα ενός πουλιού πριν ο θάνατος το αγκαλιάσει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ανασηκώθηκα στην θέση μου και προσπάθησα να προσδιορίσω τον χορό που βρισκόμουν. Ανοιγόκλεισα πολλές φορές τα μάτια μου αλλά δεν συνήθισαν στο σκοτάδι. Ο πόνος στο χτυπημένο μάτι έγινε πιο οξύς. Σύρθηκα στο πέτρινο πάτωμα μέχρι να συναντήσω εμπόδιο. Δεν σύρθηκα παρά μόνο λίγα μέτρα όταν χτύπησα πάνω σε ένα λείο πέτρινο τοίχο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τον ακολούθησα μπουσουλώντας μέχρι που συνάντησα γωνία. Συνέχισα να σέρνομαι ψηλαφώντας συνεχώς τον τοίχο δίπλα μου. Έπειτα από είκοσι μέτρα, ίσως και λιγότερο, συνάντησα άλλη μια γωνία. Συνέχισα να ψηλαφίζω τον επόμενο τοίχο. Το μέγεθος ήταν ακριβώς το ίδιο. Άρχισα να προχωράω στο τελευταίο τοίχο. Έπειτα από πέντε μέτρα η υφή του τοίχου άλλαξε. Εκεί ακριβώς υπήρχε μια ξύλινη πόρτα.&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;
Σηκώθηκα όρθια όσο μπορούσα μιας και δεν είχα από κάπου να πιαστώ και τεντώθηκα μέχρι να συναντήσω κάποιο πόμολο. Το μόνο που συνάντησα ήταν ένα μεγάλο μπρούτζινο λουκέτο. Προφανώς ήμουν σε ένα πέτρινο τετράγωνο δωμάτιο με μια μόνο πόρτα που ήταν κλειδωμένη με λουκέτο. Άφησα το βάρος του σώματος μου να καταρρεύσει στο πάτωμα. Ξάπλωσα κάτω και κουλουριάστηκα σε μια μικρή μπάλα. Φοβούμουν. Σφράγισα ερμητικά τα μάτια μου. Ο ύπνος δεν άργησε να έρθει. Αποκοιμήθηκα βλέποντας ένα όνειρο που είχα καιρό να δω. Γέμισε τον ύπνο μου με γλύκα κάνοντας τον ομορφότερο. Και για λίγο ένιωσα ξανά όμορφα. Σαν να βρισκόμουν ανάμεσα στις λευκές και κόκκινες ορχιδέες στον κήπο του σπιτιού μου πίσω στο Μπίλοξι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είδα πως βρισκόμουν μέσα σε μια μπανιέρα με νερό. Ήμουν σε μεγαλύτερη ηλικία αλλά ήμουν σίγουρα εγώ. Αναγνώριζα τα μάτια μου και το λακκάκι στο μάγουλο μου. Το νερό έφτανε μέχρι τα αφτιά μου. Βούλιαξα ολόκληρη μέσα στο νερό και άνοιξα τα μάτια μου. Ήταν σκούρο και δεν μπορούσα να δω καθαρά. Βγήκα ξανά έξω και αντίκρισα τον πανέμορφο νεαρό που είχα ξαναδεί στα προηγούμενα πιο όμορφα όνειρα μου, να κάθεται και να με κοιτάει. Τυλίχτηκα με μια φθαρμένη πράσινη πετσέτα. Έκανα να βγω έξω από την μπανιέρα αλλά γλίστρησα και σκόνταψα στο μάρμαρο της. Ο άντρας με σήκωσε και με κοίταξε μέσα στα μάτια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα τα δικά του. Ήταν χρυσαφένια. Τα πιο όμορφα που είχα δει ποτέ. Αλλά δεν τα κοίταξα για πολύ. Βγήκα εντελώς από το νερό. Η πετσέτα ήταν μούσκεμα και έσταζε. Μίλησα ανήσυχη. Κοίταξα τριγύρω και τον προειδοποίησα πως πρέπει να φύγει. Χάιδεψε τα μαλλιά μου και έσκυψε κοντά στα χείλη μου. Ένιωσα πάνω στο δέρμα των χειλιών μου την καυτή ανάσα του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας δυνατός ήχος από μέταλλο που τριβόταν πάνω σε μέταλλο με ξύπνησε. Η θαλπωρή του ονείρου αντικαταστάθηκε από την ανατριχίλα που έφερε μαζί του αυτός ο απαίσιος σφυρικτός ήχος. Ένα αμυδρό φως έπεσε πάνω στα μάτια μου. Μετά από τόσες ώρες σκοτάδι με τύφλωσε και για λίγα λεπτά δεν μπορούσα να δω τίποτα. Μόλις συνήθισα στην απότομη αλλαγή φωτός σκοταδιού μπόρεσα να δω στην λάμψη του την γυναικά που με είχε φέρει εδώ. Ακόμα στο φως του κεριού είδα ότι το δωμάτιο στο οποίο βρισκόμουν ήταν πράγματι ένα τέλειο τετράγωνο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μόλις αντίκρισα ξανά την μορφή της κυρίας Ηebrew πάγωσα. Δεν ένιωσα θυμό. Ούτε φόβο. Απλά ένιωσα τους χτύπους τις καρδιάς μου να παγώνουν. Ένα δυσάρεστο ρίγος διαπέρασε τις ρίζες των μαλλιών μου και οι τρίχες στο χέρι μου σηκώθηκαν. Ανασηκώθηκα και προσπάθησα να σταθώ εντελώς όρθια. Μόλις κατάφερα να σταθώ έκανα ένα βήμα μπροστά. Και τότε αντίκρισα αυτό που κρατούσε η κυρία Hebrew στα χέρια της. Γυάλισε στο φως του κεριού. Η σταματημένη καρδιά μου έσπασε σε θρύψαλα. Στα χέρια της κρατούσε ένα ασημένιο ξυράφι. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Την είδα να αφήνει κάτω το κερί και με πλησίασε με το ξυράφι. Με τα δάχτυλα της χάιδεψε απαλά τα μαλλιά μου. Το άγγιγμα της ήταν παγωμένο. Το χέρι με το ξυράφι σηκώθηκε στο αέρα. Το άκουσα να σφυρίζει καθώς έσκιζε τον άνεμο και κατευθυνόταν προς τα μαλλιά μου. Έκλεισα σφιχτά τα μάτια μου. Τα άνοιξα δίχως να περάσει δευτερόλεπτο και αντίκρισα μια τούφα από τα μαύρα μακριά μαλλιά μου να πέφτει στο πάτωμα. Οι τρίχες σκόρπισαν κάτω και ένιωσα την μια πλευρά του κεφαλιού μου ελαφρύτερη. Τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάτια μου σαν ρυάκι. Θόλωσαν τα πάντα και δεν μπόρεσα να δω την επόμενη τούφα των μαλλιών μου να πέφτει και να σκορπίζεται στο πάτωμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στο επόμενο δευτερόλεπτο κατέρρευσα και εγώ σαν ακόμη μια τούφα μεταξιών μαλλιών στο δάπεδο. Αμέσως ένα χέρι με άρπαξε και με έβγαλε έξω από το δωμάτιο. Έσφιξα τα δόντια μου και έκανα ένα βήμα εμπρός. Η κυρία Hebrew άρχισε να περπατάει στον πέτρινο σκοτεινό διάδρομο που τώρα φωτιζόταν αμυδρά από το κερί στο χέρι της. Στο φως του κατάλαβα ότι όλες οι υποθέσεις μου ήταν αληθινές. Αριστερά και δεξιά του διαδρόμου, σε όλο το μήκος του, υπήρχαν ξύλινες πόρτες όλες κλειστές με ένα μπρούτζινο μεγάλο λουκέτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;Συνεχίσαμε να περπατάμε για αρκετά λεπτά ακολουθώντας σταθερή πορεία. Όταν ξαφνικά στρίψαμε σε ένα νέο παρακλάδι που δεν γνώριζα. Συνεχίσαμε να περπατάμε στον νέο αυτόν για μένα διάδρομο. Ο συγκεκριμένος είχε πολύ λιγότερες πόρτες και ήταν πιο πλατείες. Ακόμα μια διαφορά δεν είχαν λουκέτο η καθεμιά μόνο ένα ασημένιο στρογγυλό πόμολο. Συνεχήσαμε για ακόμη μερικά μέτρα όταν άρχισα να ακούω μια βαβούρα. Ήταν η βαβούρα που έκαναν πολλά παιδιά μαζί καθώς συζήτησαν. Για πρώτη φορά από όταν μπήκα σε αυτό το απαίσιο κτήριο ένιωσα ελπίδα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
. Και όχι γιατί έβλεπα τον πανέμορφο νεαρό με τα χρυσά μάτια στον ύπνο μου. Αλλά γιατί ήξερα ότι δεν ήμουν μόνη εδώ. Συνέχισα να προχωράω με πιο γοργό βήμα. Ήμουν σχεδόν χαρούμενη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χαρά μου έγινε ευτυχία όταν αντίκρισα μια σειρά από δεκάδες κορίτσια να στέκονται στον διάδρομο. Περίμεναν όλες μπροστά από μια πλατεία δίφυλλη πόρτα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Στάσου εδώ.» η τραχεία φωνή της κυρίας Ηebrew με ξάφνιασε όχι όμως εξαιτίας της τραχύτητας απλά επειδή συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ακούσει ανθρώπινη φωνή για ώρες ίσως και μέρες. Είχε σημασία ο χρόνος τώρα ; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Απότομα με συγκλόνισε η αλήθεια τον ιδίων μου των λέξεων. Δεν είχε. Το άσυλο τελικά δεν ήταν η αρχή μια καινούργιας ζωής. Ήταν η αρχή του τέλους. Η αρχή του τέλους της ευτυχισμένη μου ζωής. Είναι για το καλό όλων επανέλαβα τα λόγια που τόσες φορές άκουσα πριν έρθω εδώ από το στόμα των γωνιών μου. Το πίστευα και εγώ πλέον; Πριν το βάρος των σκέψεων μου με πλακώσει προσπάθησα να πιάσω κουβέντα με το κορίτσι μπροστά μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μαλλιά της όταν θα ήταν μακριά πρέπει να ήταν υπέροχα. Είχαν ένα πυρόξανθο χρώμα που ταίριαζε τέλεια με το δέρμα της και ερχόταν σε αντίθεση με τα πράσινα μάτια της. Είχαν το πράσινο του σμαραγδιού. Ακόμα και με ξυρισμένα μαλλιά ήταν όμορφη. Έκανα να αρχίσω κουβέντα όταν κατάλαβα ότι δεν είχα κάποιο θέμα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν τι περιμένουμε εδώ;» ρώτησα σχεδόν ανάλαφρα. Υπερβολικά χαρούμενα. Πρέπει να φάνηκα γελοία. Δεν έλαβα καμιά απάντηση σαν να μην με άκουσε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«E συγγνώμη;» δεν ολοκλήρωσα την φράση μου. Δεν ήταν δεσποινίς. Ήταν μικρότερη από ότι μου είχε φανεί αρχικά. Περίπου στην ηλικία μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι η καινούργια;» ρώτησε με μια αδιάφορη όπως μου φάνηκε αρχικά φωνή. Μετά κατάλαβα ότι δεν ήταν αδιάφορη ήταν καταβεβλημένη. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«E νομίζω. Άλις.» της έτεινα το χέρι μου. Δεν ανταπέδωσε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμένα με λένε Σαμάνθα »είπε παγερά και συνέχισε «μάλλον είμαι η μόνη που ξέρω ότι ήρθες. Σε έφεραν χθες το βράδυ στο δωμάτιο δίπλα.»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η μόνη που ξέρεις ότι ήρθα; Δεν καταλαβαίνω»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είμαι η μόνη που ξέρει τόσα πολλά εδώ μέσα.» η φωνή της δεν ήταν αινιγματική ούτε το έλεγε με υπερηφάνεια. Ήταν ειλικρινής. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν τι περιμένουμε εδώ;» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μια φορά την εβδομάδα κάνουμε μπάνιο. Βάζουν το νερό σε μια μπανιέρα και το αφήνουν για όλες. Είσαι τυχερή που είσαι μικρή. Πρώτα περνούν τις μικρές και έπειτα τις μεγαλύτερες.» έσκυψε πιο κοντά ψιθυρίζοντας τώρα «έχω ακούσει ότι οι μεγάλες δεκανέα είκοσι χρόνων κάνουν μπάνιο σε τόσο παγωμένο νερό που δεν μπορείς καν να αγγίξεις.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι;» είπα με εκνευρισμένο τόνο. Ήταν ο τόνος που όταν χρησιμοποιούσα η μητέρα μου με αποκαλούσε πολύ ώριμη για την ηλικία μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν;» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γιατί φέρονται έτσι; πόσοι δουλεύουν στο άσυλο;» Η Σαμάνθα χαμογέλασε πριν απαντήσει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άκου είσαι ακόμα πολύ καινούργια και δεν ξέρεις τίποτα. Αλλά βλέπω ότι είσαι ωριμότερη από οποιαδήποτε άλλη. Πήρες πολύ χαλαρά το κούρεμα σου.» έκρυψε ένα χαμόγελο και συνέχισε «μετά τον θάνατο του ιδρυτή το άσυλο πέρασε στα χέρια αυτής.» το είπε με απέχθεια τονίζοντας την λέξη. «και από τότε παρακμάζει συνεχώς» έκανε μια μικρή πάση και συνέχισε «στο άσυλο τώρα δουλεύουν μόνο γυναίκες. Τουλάχιστον έτσι γνωρίζω.» &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η φωνή της κυρίας Hebrew αντήχησε σε όλο το διάδρομο κάνοντας τους πάντες να σωπάσουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Γύρισα από την άλλη για να κρύψω τα δάκρυα που βούρκωναν ήδη τα μάτια μου. Το βάρος των σκέψεων μου τελικά με πλάκωσε. Έσφιξα σφιχτά τα μάτια μου. Τόσο πολύ που τα ματόκλαδα μου μπλέχτηκαν μεταξύ τους. Είναι για το καλό όλων. Επανέλαβα ψιθυριστά. Ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη μου όταν ακόμα μια φράση γέμισε τα πάντα στο μυαλό μου. Άλις στόχευε τα αστέρια. Δεν θα καταλάβαινα ποτέ το νόημα της. Περίκλειε τόσα πολλά. Η κυρία Hebrew συνέχιζε να μιλάει και να μιλάει αλλά δεν είχα το θάρρος να ακούσω ποσό μάλλον να καταλάβω το νόημα όσων έλεγε. Μιλούσε συνεχώς για το ίδιο το πράγμα. Ότι , ότι και αν συμβεί ποτέ δεν πρέπει να βγούμε από το δωμάτιο μας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα επόμενα λεπτά κύλησαν πολύ γρήγορα και πριν το καταλάβω στεκόμουν μπροστά στην δίφυλλη πόρτα. Η κυρία Ηebrew πλησίασε και την άνοιξε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Πέντε λεπτά.» είπε παγερά. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε. Έχω μόνο πέντε λεπτά; Και πως θα ξέρω αν πέρασαν; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπήκα μέσα στο δωμάτιο κλείνοντας πίσω μου την πόρτα με αρκετή δυσκολία. Ήταν απίστευτα βαριά και το πάτωμα που ήταν φτιαγμένο από κάποιο άγριο πέτρωμα –ίσως γρανίτη- δεν βοηθούσε καθόλου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα που αντίκρισα μέσα στο δωμάτιο ήταν το τελειωτικό χτύπημα συναισθημάτων. Η καρδιά μου δεν μπορούσε να αντέξει τόσα πολλά. Πάγωσε, έσπασε σε χιλιάδες κομμάτια από φόβο, από λύπη και τώρα ˙ από ευτυχία. Η εικόνα που αντίκρισα ήταν πολύ γνώστη. Την είχα δει τόσες και τόσες φορές στα όνειρα μου. Ήταν το δωμάτιο με την μαρμαρένια μπανιέρα. Εκεί ήταν που εξελισσόταν και το τελευταίο όνειρο που είδα. Αυτό με τον άντρα με τα χρυσά μάτια. Ένας συνδυασμός γεγονότων με έκανε να καταλάβω ότι ο άντρας με τα χρυσά μάτια ήταν υπαρκτός.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;Και μάλιστα βρισκόταν κάπου εδώ. Όταν είχα δει στο τραίνο ότι θα έπεφτα μέσα στα σκοτάδια ˙ συνέβη. Οπότε όλα τα όνειρα που είχα δει με τον πανέμορφο αυτό νεαρό θα πραγματοποιούνταν; Η Σαμάνθα είχε πει όμως πως μόνο γυναίκες δουλεύουν στο άσυλο. Η ευτυχία πάγωσε μέσα μου μέχρι που τελικά έλιωσε αφήνοντας ένα κενό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έβγαλα γρήγορα το φόρεμα μου και έκανα να μπω στην μπανιέρα όταν η αντανάκλαση μου στο διαυγές νερό που υπήρχε στην μπανιέρα με έκανε να συνειδητοποιήσω δυο πράγματα. Το πρώτο ότι δεν είχα άλλα ρούχα. Η κόκκινη φθαρμένη βαλίτσα μου δεν υπήρχε δίπλα μου όταν συνήλθα σε αυτό το απαίσιο μέρος. Και δεύτερον κατάλαβα πόσο ταλαιπωρημένη ήμουν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το ένα μου μάτι ήταν πρησμένο και στην θέση που τα μαύρα λιτά μαλλιά μου έπεφταν γύρω από το πρόσωπο μου υπήρχε κενό. Το δέρμα μου είχε μια γκρίζα απόχρωση. Άλλα ίσως να ήταν και λόγο του χρώματος που είχε το νερό. Τα λόγια της Σαμάνθα σχετικά με το κούρεμα μου με εξαγρίωσαν. Ήμουν νευριασμένη με όλους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπήκα στο νερό. Ήταν παγωμένο και τελικά μόνο διαυγές δεν ήταν. Ούτε καν γκρίζο όπως μου είχε φανεί στην αρχή. Ήταν μαύρο. Τα δάκρυα που έτρεχαν ασταμάτητα στα μάτια μου θόλωναν τα πάντα. Ίσως το νερό τελικά να ήταν διαυγές . Δεν είχα ιδέα. Βούλιαξα μέσα του με δύναμη. Χρυσαφένιες μπουρμπουλήθρες τυλίχτηκαν γύρω μου θολώνοντας ακόμα περισσότερο τα πάντα. Και τότε για ένα δευτερόλεπτο ένιωσα πως πετούσα σε έναν κατάμαυρο ουρανό γεμάτο αστέρια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το τελευταίο οξυγόνο που υπήρχε στα πνευμόνια απελευθέρωνε από το στόμα μου σε χιλιάδες μικροσκοπικές μπουρμπουλήθρες. Δεν βγήκα όμως έξω από το νερό. Παρέμεινα εκεί να πετάω ανάμεσα στα αστέρια του δικού μου ουρανού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και για λίγο ένιωσα ευτυχία. Τα πάντα άρχισαν να μαυρίζουν γύρω μου περισσότερο. Τα πνευμόνια μου ασφυκτιούσαν για λίγο οξυγόνο. Αλλά δεν ήθελα να βγω από τον ουρανό με τα αστέρια μου. Με έκανε να ξεχνάω πόσο πολύ μου έλειπε η οικογένεια μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεν ήξερα γιατί πονούσα πιο πολύ. Από την έλλειψη οξυγόνου στα πνευμόνια μου ή από την έλλειψη ευτυχίας στην καρδιά μου;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-4133598599931797495?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/4133598599931797495/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=4133598599931797495' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/4133598599931797495'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/4133598599931797495'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2010/11/blog-post.html' title='Στοχεύοντας Τα Αστέρια'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-ZcK3jsL4I6I/Tamo2Coj-eI/AAAAAAAAAT4/USPOgWuA8xI/s72-c/six_feet_under_water__by_Pretty_As_A_Picture.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-6532297066599489140</id><published>2010-10-21T23:28:00.002+03:00</published><updated>2011-05-28T22:01:49.620+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Στοχεύοντας Τα Αστέρια'/><title type='text'>Στοχεύοντας Τα Αστέρια</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-O3uF8EmLt7U/TeFGkJVwUAI/AAAAAAAAAU4/fwkVnHH8fSY/s1600/3453831456_1c9194d31c.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="213" src="http://3.bp.blogspot.com/-O3uF8EmLt7U/TeFGkJVwUAI/AAAAAAAAAU4/fwkVnHH8fSY/s320/3453831456_1c9194d31c.jpg" t8="true" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;4ο κεφάλαιο&lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; Σκοτάδι&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Alice&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;s POV&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;Ο θόρυβος που έκανε το τραίνο καθώς έβγαινε από τον σιδηροδρομικό σταθμό δεν μπορούσε να διώξει τα τελευταία λόγια που θα άκουγα από τα χείλη του πατέρα μου. Αντηχούσαν ακόμα στα αυτιά μου. Πλανιόνταν στο αέρα μπερδεύοντας με ακόμα πιο πολύ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έβαλα την κόκκινη φθαρμένη βαλίτσα μου κάτω από το κάθισμα και κάθισα στην θέση μου. Έσκυψα και έκλεισα την πόρτα του βαγονιού μου. Το τραίνο διέσχιζε μια αχανείς έκταση από χωράφια. Ο ήχος που έκαναν οι ροδές καθώς περνούσαν πάνω από τις ράγες με ανακούφιζε. Καπνός παρασύρθηκε από τον αέρα και κάλυψε το οπτικό μου πεδίο αναγκάζοντας με να κοιτάξω μέσα στο βαγόνι. Άκουσα την πόρτα του βαγονιού να ανοίγει. Μπήκε μέσα ένα κύριος που φορούσε κουστούμι και κρατούσε έναν δερμάτινο χαρτοφύλακα. Κάθισε απέναντι μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα ξανά έξω αγνοώντας τον. Τα χωράφια συνεχίζονταν οπού έφτανε το μάτι. Προσπάθησα να ησυχάσω από τον ήχο του τραίνου και να δω πιο καθαρά ότι είχε συμβεί τις τελευταίες μέρες. Ένα ήταν σίγουρο τώρα. Δεν θα αντίκριζα ξανά τους γονείς μου. Η μητέρα μου πιστεύει ότι είμαι νεκρή. Άλλα ίσως αυτό να είναι καλύτερο. Θα ήταν ήδη πολύ δύσκολο για εκείνη να είμαι κάπου στην γη και να μην μπορεί να με δει. Τώρα τουλάχιστον θα πιστεύει ότι είμαι σε κάποιο καλύτερο μέρος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εκεί που πήγαινα δεν ήξερα τι να περιμένω. Δεν είχε νόημα να ανησυχώ ούτε να φοβάμαι. Έκλεισα σφιχτά τα ματιά μου για να αποτρέψω ένα δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλο μου. Ξάπλωσα ανθυπατικά στην θέση μου και άφησα τον ήχο του τραίνου να με νανουρίσει. Σε δευτερόλεπτα είχα αποκοιμηθεί. Τα όνειρα μου τάραζε συνεχώς το ίδιο πράγμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήμουν ξαπλωμένη μέσα στα σκοτάδια σε ένα στενό πέτρινο διάδρομο. Δεν μπορούσα να πιαστώ από κάπου και να σηκωθώ. Η πτώση μου είχε κόψει την ανάσα. Άρχισα να ουρλιάζω σαν τρελή μέσα στα σκοτάδια. Μια φωνή με ξύπνησε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εεε μικρή συγγνώμη είσαι καλά;» με ρωτούσε ο κύριος που καθόταν νωρίτερα απέναντι μου. Τώρα είχε σκύψει ανήσυχος από πάνω μου. Κρύος ιδρώτας έλουζε όλο μου το κορμί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Άρχισες ξαφνικά να ουρλιάζεις στον ύπνο σου.» συνέχισε. Ανασηκώθηκα και σφούγγισα το πρόσωπο μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ήταν ένα άσχημο όνειρο.» αποκρίθηκα κοιτώντας έξω από το παράθυρο το κατάλευκο από το χιόνι βουνό που διασχίζαμε τώρα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήταν πράγματι ένα άσχημο όνειρο. Το χειρότερο που είχα δει ποτέ ίσως. Και ένιωθα ότι ήταν τόσο κοντά. Ότι σύντομα θα συνέβαινε στην πραγματικότητα. Με τα δάχτυλα μου ανακάτεψα τα μαλλιά μου για να σκεφτώ πιο καθαρά. Αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα γιατί η θολούρα του ονείρου που μόλις είχα δει ανακάτευε ακόμα το μυαλό μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κοίταξα ξανά έξω από το παράθυρο. Μέσα στο μυαλό μου φώναζα τα τελευταία λόγια του πατέρα μου. «Άλις στόχευε τα αστέρια.» Η εικόνα του πατέρα μου να λέει αυτά τα λόγια ξεθόλωσε κάπως το μυαλό μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο άντρας που καθόταν απέναντι μου άφησε το χαρτί που διάβαζε και προσπάθησε να μου πιάσει κουβέντα. Χάρηκα κάπως. Έτσι θα ξεχνούσα λίγο τι με περίμενε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Λοιπόν πας Νέα Υόρκη;»&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η λέξη με το ζόρι βγήκε από τα δόντια μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι.» απάντησα κοιτώντας τον για πρώτη φορά στα ματιά. Ήταν γαλανά. Άλλα ήταν τα πιο ιδιαίτερα γαλάζια ματιά που είχα δει. Είχαν έναν μπλε τόνο στο κέντρο σαν μια θάλασσα που γύρω από την κόρα άφριζε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν είσαι λίγο μικρή για αυτό; Εννοώ να πας μόνη σου στην Νέα Υόρκη;» ακουγόταν αμήχανος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν πάω με στέλνουν.» είπα παγερά διακόπτοντας εδώ την κουβέντα. Κοίταξα ξανά έξω. Ρούφηξα με όλο μου το μυαλό κάθε τοπίο που έβλεπα. Διασχίζαμε τώρα τους πρόποδες του χιονισμένου βουνού που ανεβαίναμε προηγούμενος. Απορρόφησα κάθε μικρό λουλούδι που είδα. Κάθε μικρό πτηνό . Κάθε μικρό ζώο. Με αυτό τον τρόπο γέμιζα αναμνήσεις που ίσως να μην είχα την ευκαιρία να ζήσω ξανά από την στιγμή που θα διέσχιζα την πόρτα του ασύλου που με περίμενε στην Νέα Υόρκη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το υπόλοιπο του ταξιδίου το πέρασα κοιμισμένη μέσα στην κάπα μου. Ο άνδρας με τα γαλανά ματιά που ποτέ δεν έμαθα το όνομα του ,ούτε εκείνος το δικό μου, δεν με ενόχλησε ξανά. Μόνο μια φορά όταν είδε ότι σε καμιά στάση δεν κατέβαινα μου πρόσφερε ένα κομμάτι πίτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όταν το τραίνο σταμάτησε στον τελευταίο σταθμό στην Νέα Υόρκη κατέβηκα από το τραίνο με ανάμεικτα συναισθήματα. Κυρίως φόβου συνδυασμένο με ένα παράξενο αίσθημα γαληνής. Διέσχισα την αποβάθρα κρατώντας την κόκκινη βαλίτσα μου στο χέρι και φορώντας την κάπα που. Έκανε αρκετό κρύο για αυτό την έσφιξα σφιχτά πάνω μου. Πριν χωθώ μέσα στο πλήθος κοίταξα για μια τελευταία φορά τον άνδρα με τα γαλανά ματιά να στέκετε όρθιος στην αποβάθρα κρατώντας τον χαρτοφύλακα του και να με κοιτάζει. Αμέσως γύρισα και χώθηκα στο πλήθος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην αρχή δεν πήγαινα κάπου συγκεκριμένα απλά τριγυρνούσα στριμωγμένη μέσα στο πλήθος χωρίς να μπορώ να πάρω ανάσα όταν άκουσα έναν άντρα δίπλα σε μια μαύρη αμαξά να φωνάζει το όνομα μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Μπράντον.» ρωτούσε συνεχώς κοιτώντας γύρω γύρω. Πήγα προς το μέρος του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Είσαι η Μέρυ Άλις Μπράντον;» με ρώτησε κοιτώντας πότε εμένα και πότε τα παπούτσια του.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ναι.» απάντησα χωρίς να είμαι σίγουρη τι έπρεπε να απαντήσω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Καλώς όρισες στην Νέα Υόρκη λοιπόν.» είπε και με βοήθησε να μπω στην άμαξα. Μου έδωσε την βαλίτσα μου και κάθισε στην θέση του οδηγού. Ακολούθησε ο ήχος μαστιγώματος και τα άλογα άρχισαν να καλπάζουν στον δρόμο. Δεν ήξερα τι περίμενα να δω από την Νέα Υόρκη. Δεν είχα ακούσει ποτέ περιγραφές για το πώς είναι. Δεν γνώρισα ποτέ κάποιον που να είναι από την Νέα Υόρκη ή να έχει πάει σε αυτήν. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οπότε μόλις αντίκρισα την πόλη σοκαρίστηκα. Ήταν ότι πιο διαφορετικό είχα δει μέχρι στιγμής στην ζωή μου. Οι δρόμοι ήταν τεράστιοι και χιλιάδες άμαξες και κόσμος τους διέσχιζε. Είδα και κάτι που δεν μπορούσα το περιγράψω. Σαν άμαξα χωρίς άλογα έμοιαζε περισσότερο. Πέρασε πολύ γρήγορα και δεν μπόρεσα να το παρατηρήσω. Το πιο εντυπωσιακό όπως ήταν τα κτήρια. Τα περισσότερα ήταν φτιαγμένα από κόκκινο τούβλο ή ασβεστόλιθο και ήταν πολύ ψηλά. Δεν έβλεπες σχεδόν καθόλου σπίτια ή επαύλεις. Μόνο τεράστια κτήρια. Κοιτούσα συνεχώς τριγύρω μην μπορώντας να χορτάσω αυτό που έβλεπα. Ήξερα όμως πως ήταν μονό προσωρινό. Σε λίγο θα βρισκόμουν κλεισμένη μέσα σε ένα άσυλο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ήδη οι γονείς μου μού έλειπαν και ιδιαίτερα η μητέρα μου που πότε δεν αποχαιρέτησα. Δεν θα την έβλεπα ποτέ ξανά. Έσφιξα κλειστά τα μάτια μου και άφησα ένα δάκρυ να κυλήσει στο μάγουλο μου. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα έξω. Δεν κοιτούσα πλέον τα ψηλά κτήρια παρά μονό τον ουρανό. Κάτι μου έλεγε ότι δεν θα τον ξαναέβλεπα για πολύ καιρό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η άμαξα σταμάτησε έξω από έναν τεράστιο κτήριο. Ήταν όλο κατασκευασμένο από κόκκινο τούβλο και με έμοιαζε με κάστρο μέσα από τα παραμύθια. Είχε δώδεκα πύργους που ενωνόταν με τοίχους δίχως καθόλου παράθυρα. Μια τεραστία λιθόστρωτη αυλή το τριγύριζε και ψηλά τείχη από το ίδιο τούβλο που είχε φτιαχτεί το κτήριο περιτριγύριζαν όλο το χώρο. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο οδηγός μου άνοιξε την πόρτα και με βοήθησε να κατεβώ. Προχώρησα κρατώντας την βαλίτσα μου προς την τεραστία μεταλλική πόρτα που περίμενε ανοιχτή. Μια κυρία με γκρίζα μαλλιά πιασμένα σε κότσο περίμενε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Η Άλις Μέρυ Μπράντον;» με ρώτησε κοιτώντας ένα χαρτί. Δεν απάντησα. Μόνο έγνεψα καταφατικά και αμέσως ξεκίνησε. Την ακολούθησα κοιτώντας γύρω μου τον χώρο. Δεν φαινόταν κανένα παιδί οπού και αν κοιτούσες. Διασχίσαμε την αυλή με γοργό βήμα. Δεν μιλούσα καθόλου και κρατούσα συνεχώς την αναπνοή μου για να αποτρέψω τον εαυτό μου από το να δακρύσει. Ανεβήκαμε τα σκαλιά που οδηγούσαν σε μια μεγάλη ξύλινη πόρτα που περίμενε ανοιχτή. Την διασχίσαμε σύντομα και βρεθήκαμε σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Στον χώρο υπήρχε ένα ξύλινο γραφείο, δυο καρέκλες και ένα χαλί. Το δωμάτιο φωτιζόταν από κάποια λιγοστά κεριά που με το ζόρι έριχναν το φως τους στο χώρο. Δεν υπήρχε πουθενά παράθυρο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Εμένα με λένε Hebrew» είπε η γυναικά με τα γκρίζα μαλλιά αναγκάζοντας με να την κοιτάξω ξανά. Η φωνή της ήταν παγερή. Διασχίσαμε το δωμάτιο και βρέθηκα σε ένα στενό διάδρομο φτιαγμένο όλο από πέτρα. Κάποια παράθυρα έριχναν το φως τους φωτίζοντας τον. Αρχίσαμε να το διασχίζουμε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Περπατούσαμε αρκετή ώρα χωρίς να μιλάμε. Όλη αυτήν την ώρα δεν είδαμε ψυχή . Ήταν σαν να μην υπήρχε κανείς άλλος στο άσυλο. Ένα παγερό συναίσθημα κατέκλυσε όλο μου το κορμί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στρίψαμε σε ένα ακόμα διάδρομο αυτήν την φορά όμως δεν υπήρχε ούτε παράθυρο ούτε κερί να τον φωτίζει. Χώθηκα μέσα στο σκοτάδι ψηλαφίζοντας συνεχεία με το ένα μου χέρι τον τοίχο στα δεξιά μου. Με αυτόν τον τρόπο δεν θα χανόμουν. Άρχισα να κάνω μικρά βήματα γιατί όση ώρα και αν πέρασε τα ματιά μου δεν συνήθισαν στο απολυτό σκοτάδι άρα υπήρχε κίνδυνος να σκοντάψω. Το χέρι μου όλη την ώρα που περπατούσαμε συνάντησε μονό λείο πέτρινο τοίχο. Ούτε μια εσοχή ,ένα παράθυρο ή πόρτα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μετά από αρκετή ώρα περπάτημα το χέρι μου συνάντησε ένα ξύλινο αντικείμενο. . Ψηλάφισα προσέχτηκα και πράγματι εκεί υπήρχε μια πόρτα. Συνέχισα να περπατώ στα σκοτάδια ψηλαφιστά πάντα και ακούγοντας σταθερά την αναπνοή της κυρίας Hebrew στο αριστερό αυτί μου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συνειδητοποίησα πως από εκείνο το σημείο και μετά κάθε δέκα μέτρα υπήρχε και μια ξύλινη πόρτα. Δεν υπήρχε όμως πουθενά πόμολο. Στην επόμενη που συνάντησα ψηλάφισα πιο προσέχτηκα. Τίποτα. Τέντωσα όλο μου το κορμί προς τα πάνω και τότε έπιασα ένα κρύο μεταλλικό λουκέτο. Η πόρτα όταν αμπαρωμένη. Ότι και αν ήταν πίσω από αυτή δεν μπορούσε να βγει έξω. Αφουγκράστηκα με το αυτί μου πάνω στην πόρτα άλλα εισέβαλα μόνοι νεκρική σιγή. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πάγωσα για ένα λεπτό στην θέση μου. Ένα ρίγος διαπέρασε όλο μου το κορμί. Συνέχισα να προχώρα και είδα ότι όλες οι πόρτες όταν κλειδωμένες με λουκέτο. Επιτάχυνα το βήμα μου γιατί η αναπνοή της κυρίας Hebrew δεν ακουγόταν πλέον δίπλα μου. Καθώς έτρεχα με κατέκλυσε απίστευτος φόβος. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν από τα ματιά μου και ήθελα να φωνάξω γεμάτη μανία. Τότε γλίστρησα και έπεσα στο κρύο πέτρινο δάπεδο. Η πτώση μου έκοψε την ανάσα. Το όνειρο που είχα δει στο τραίνο βγήκε αληθινό. Και τότε κατάλαβα πως ότι είχα δει μέχρι στιγμής θα συνέβαινε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Προσπάθησα να σηκωθώ δεν είχα όμως από που να πιαστώ. Έπεσα ανάμεσα στο κενό που υπήρχε σε δυο πόρτες. Ο τοίχος όταν πολύ λείος για να με βοηθήσει. Τα ματιά μου άρχισαν να τσούζουν από το κλάμα. Απελπίστηκα. Άρχισα να ουρλιάζω γεμάτη τρόμο το όνομα της κυρίας Hebrew. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα δυνατό χέρι με έπιασε απότομα από το μπράτσο. Πόνος διαπέρασε εκείνο το σημείο. Πριν προλάβω να βρω την ισορροπία μου και να συνεχίσω να περπατώ στο κατασκότεινο διάδρομο ένα χέρι με χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο. Όλα γύρω μου άρχισαν να στριφογυρίζουν και έπεσα αναίσθητη μέσα στα σκοτάδια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το μαύρο του σκοταδιού έγινε πιο ισχυρό πνίγοντας τα πάντα στον διάβα του. Πριν το κεφάλι μου χτυπήσει με δύναμη στο πέτρινο δάπεδο το όνομα της μητέρας μου βγήκε από τα χείλη μου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/919981380895599280-6532297066599489140?l=twilightforeverfanfic.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/feeds/6532297066599489140/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=919981380895599280&amp;postID=6532297066599489140' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/6532297066599489140'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/919981380895599280/posts/default/6532297066599489140'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://twilightforeverfanfic.blogspot.com/2010/10/blog-post_21.html' title='Στοχεύοντας Τα Αστέρια'/><author><name>gerry</name><uri>http://www.blogger.com/profile/01831939804470027722</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='21' src='http://4.bp.blogspot.com/-ZZi0LLd-LpI/TxsZ3WO9obI/AAAAAAAAAYo/rEN3jY3bveQ/s220/From%2Betsy_com%2B2.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-O3uF8EmLt7U/TeFGkJVwUAI/AAAAAAAAAU4/fwkVnHH8fSY/s72-c/3453831456_1c9194d31c.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-919981380895599280.post-5525605643373327000</id><published>2010-10-06T23:10:00.004+03:00</published><updated>2011-03-07T22:09:15.267+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Στοχεύοντας Τα Αστέρια'/><title type='text'>Στοχεύοντας Τα Αστέρια</title><content type='html'>&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;a href="https://lh5.googleusercontent.com/-O1igZCFJdaM/TXU53UkyxvI/AAAAAAAAATs/EKlm3WPlnTg/s1600/3646922603_c81601034c_o.jpg" imageanchor="1" style="margin-left: 1em; margin-right: 1em;"&gt;&lt;img border="0" height="214" q6="true" src="https://lh5.googleusercontent.com/-O1igZCFJdaM/TXU53UkyxvI/AAAAAAAAATs/EKlm3WPlnTg/s320/3646922603_c81601034c_o.jpg" width="320" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;&lt;div class="separator" style="clear: both; text-align: center;"&gt;&lt;br /&gt;
&lt;/div&gt;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp; 3ο &amp;nbsp;Κεφάλαιο &lt;br /&gt;
&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;&amp;nbsp;Δίχως Αποχαιρετισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;div class="MsoNormal" style="margin: 0cm 0cm 10pt;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;Alice&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;&lt;span style="font-family: Calibri;"&gt;’&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: Twilight; font-size: 12pt; line-height: 115%; mso-ansi-language: EN-US;"&gt;s POV&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;Όταν άνοιξα τα μάτια μου ήμουν ξαπλωμένη σε ένα ξύλινο στασίδι. Ένιωθα ένα δυνατό πόνο στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου και αίμα έτρεχε ακόμα καυτό στο πίσω μέρος του λαιμού μου. Γύρισα όσο πιο πολύ μπορούσα το κεφάλι μου στο πλάι και είδα τον πατέρα μου να με κοιτάζει. Με ένα μαντήλι σκούπιζε συνεχώς την πληγή. Όταν με είδε ,ότι είχα ξυπνήσει, δεν μίλησε. Σφούγγιξε ξανά το αίμα και κάθισε δίπλα μου. Προσπάθησα να ανασυντάξω τις σκέψεις μου καθώς κοίταζα το φως που περνούσε από το βιτρό και χόρευε στο πάτωμα. Ένα μπορούσα να θυμηθώ μόνο. Θα με πάρουν κοντά από του γονείς μου. Θα με κλείσουν σε ένα άσυλο. Δεν χρειαζόταν να θυμάμαι τίποτα άλλο. Αυτό έφτανε. Η μόνη λέξη που μου ερχόταν στο μυαλό διατυπώθηκε αυτόματα στα χείλη μου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Γιατί;» ρώτησα χωρίς να σταματήσω να κοιτάω τις πολύχρωμες κηλίδες φωτός που χόρευαν στο πάτωμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Ξέρεις γιατί Άλις.» ψιθύρισε κοιτώντας το ιερό της εκκλησία αντί για μένα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Είχε όμως δίκιο. Ήξερα ακριβώς γιατί. Ήταν το καλύτερο για όλους. Όλοι θα ήταν ασφαλής και μαζί εγώ. Αφού είμαι στο σημείο να μην καταλαβαίνω ότι έχω πρόβλημα τότε ναι έχω. Και μόνο έτσι θα το λύσω. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ανασηκώθηκα .Ο πατέρας μου ήρθε αμέσως και με πήρε αγκαλιά στηρίζοντας με την παλάμη του το κεφάλι μου για να μην πονάω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
«Δεν είναι τίποτα» είπα «μπορώ να περπατήσω μια πληγή είναι.» προφανώς ήξερε ότι είχα λιποθυμήσει και ότι είχα χτυπήσει. Ήξερε ότι αύτη την φορά δεν είχα λιποθυμήσει για να δω κάποιο από αυτά τα όνειρα. Λιποθύμησα από αυτά που άκουσα. Ήταν τόσα πολλά που δεν μπορούσα να τα αντέξω.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βγήκαμε από την εκκλησία. Μια μαύρη άμαξα περίμ
